Αναζητώντας την ταυτότητα του Έλληνα μπάτλερ. Πέρα από το αγγλικό μοντέλο.

 


04 Σεπτέμβριος 2026




Τι μπορεί να μάθει ένας μπάτλερ από ένα ελληνικό βότανο, ένα ποτήρι ελληνικού κρασιού και μια βασίλισσα που είπε κάποτε: “Simplicity is grace”

Όταν το BitterBooze μέσω του Γιάννη Κοροβέση μου πρότεινε να γράψω την άποψή μου για τον Έλληνα μπάτλερ, η πρώτη μου σκέψη ήταν να ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη και να αρνηθώ! Όμως ο Γιάννης δεν είναι από εκείνους που δέχονται εύκολα το όχι ως απάντηση και η πειθώ του έχει δύναμη. Η δεύτερη σκέψη ήταν λίγο πιο δύσκολη: Τι ακριβώς σημαίνει «Έλληνας μπάτλερ»; Υπάρχει άραγε κάποιο ελληνικό πρότυπο;

Γνωρίζω πως το επάγγελμα φαντάζει εξωτικό και ίσως εκτός ελληνικής πραγματικότητας, αλλά αδίκως. Για πολλούς παραμένει απλώς ο χαρακτήρας μιας κάποιας ιστορίας ή ενδεχομένως η κινηματογραφική απόδοση του. Όμως οι καιροί ευτυχώς αλλάζουν κι η εξέλιξη δεν σταματά. Η πραγματικότητα, σας βεβαιώ, είναι τελείως διαφορετική και η ζήτηση για καταρτισμένους μπάτλερ σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερη της προσφοράς. Το λέει η στατιστική και η έρευνα αγοράς.

Όπως επίσης, το δηλώνει μετά βεβαιότητος κι ένας τέως δικηγόρος, ο οποίος επέλεξε τη ιδιότητα του μπάτλερ συνειδητά κι έπειτα από ενδελεχή μελέτη, οπότε ίσως αξίζει να ακούσετε τα επιχειρήματα ή να διαφωνήσετε, αφού η διαφωνία είναι πρόοδος.

Το μόνο σίγουρο πάντως είναι ότι δεν μας λείπει μια (ακόμη) καρικατούρα αγγλικής ή γαλλικής εκδοχής, η οποία απλώς να μιλάει ελληνικά, γιατί τότε μάλλον έχουμε χάσει το νόημα. Δανεικοί τρόποι χαμένη ταυτότητα !

Ας ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι από την αρχή. Η βρετανική σχολή των μπάτλερ έχει τεράστια αξία κι είχα την τιμή και την ευθύνη να συνεργαστώ για αρκετά χρόνια με έγκριτη σχολή στη Βρετανία ως εκπαιδευτής. Η πειθαρχία, η ακρίβεια, η διακριτικότητα, το πρωτόκολλο και η βαθιά γνώση τεχνικών εξυπηρέτησης στη Μεγάλη Βρετανία είναι στοιχεία που διαμόρφωσαν το επάγγελμα και εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές βάσεις για έναν επαγγελματία.

Ήταν μια περίοδος που μου έδωσε πολύ περισσότερα από τεχνική εκπαίδευση. Μου έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψω σε διαφορετικές χώρες ως εκπαιδευτής, να γνωρίσω ανθρώπους, κουλτούρες και διαφορετικές αντιλήψεις για το σέρβις διακεκριμένων προσώπων.

Υπάρχουν φυσικά σχολές στην Ολλανδία ή στο Βέλγιο, οι οποίες δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο τυπικό παραδοσιακό σέρβις, άλλες στην προσωπική εξυπηρέτηση και την εμπειρία του επισκέπτη. Όλα έχουν κάτι να μας διδάξουν. Αυτό που δεν έχει να μας διδάξει τίποτα είναι η αντιγραφή κι η μίμηση. Κι αυτή την άποψη οφείλω να μοιραστώ μαζί σας.

Η εκπαίδευση μας πρέπει να μας παρέχει εργαλεία αυτογνωσίας και όχι να μας αφαιρεί την ταυτότητα.

Και εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον Έλληνα μπάτλερ. Προσωπικά, χρησιμοποιώ και επιλέγω τον όρο «Οικονόμος», κι έχω καλά επιχειρήματα, όμως δεν είναι της παρούσης.

Σε κάθε περίπτωση όμως, διαθέτουμε κάτι που δεν χρειάζεται να το εισάγουμε από πουθενά: μια πανάρχαια παράδοση φιλοξενίας που δημιούργησε θεότητες για να τιμήσει τον καλεσμένο. Και υπέροχους ανθρώπους που υπηρετούν με ζήλο τον χώρο. Τέλος, κατέχουμε κι εκείνη την αμετάφραστη λέξη που λέγεται φιλότιμο, την οποία δεν θα έβαζα ποτέ σε εισαγωγικά!

Δεν εννοώ φυσικά ότι πρέπει να σερβίρουμε ρετσίνα ή ούζο σε κάθε επισκέπτη ή να παπαγαλίζουμε επεισόδια από την ελληνική μυθολογία πριν από το δείπνο φορώντας τσαρούχια, χλαμύδες και σανδάλια.

Η ελληνικότητα δεν μπορεί να αποτελεί φολκλορική ατραξιόν, αλλά τη δυνατότητα να «σερβίρουμε» τη μυθολογία, τη λαογραφία και τις ιστορίες των ανθρώπων και των προϊόντων μας σε μετάφραση της στιγμής κι ανάλογα με την περίσταση.

Είναι τρόπος κι εξυπηρέτηση με ευελιξία και ενσυναίσθηση.

Το έχω δει πολλές φορές στην πράξη κι αυτό με ωθεί να συνεχίζω.

Τόλμησα να προτείνω σε πολύ υψηλούς καλεσμένους μας ένα απλό ελληνικό βότανο ή ένα αφέψημα για να γίνει δεκτό αρχικά με περιέργεια και στη συνέχεια με ενθουσιασμό. Είχα το θράσος να προτείνω σε μετέπειτα βασιλέα (τότε πρίγκηπα) αντί για τσάι μέντα, να δοκιμάσει μελισσόχορτο, μιας και το είχε παρακάνει με το φαγητό. Και παρόλο το ρίσκο, με έχρισαν για αρκετά χρόνια ως ειδικό επί των ελληνικών αφεψημάτων, κάθε φορά που επισκεπτόταν την οικογένεια στην οποία εργαζόμουν.

Κάτι που οι καλεσμένοι μας μπορούσαν να μυρίσουν ήδη γύρω τους σε ένα κομμάτι από ό,τι τους περίβαλε εκείνη την στιγμή, για μένα γινόταν αφορμή για σκέψη, πως θα μπορούσε να ενσωματωθεί αρμονικά στις υπηρεσίες μου. Η αντίδραση ήταν πολλές φορές απρόσμενα ενθουσιώδης. Όχι επειδή ήταν κάτι ακριβό. Αλλά επειδή ήταν απλό, αυθεντικό και είχε μια ιστορία κι έναν λόγο σε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Μια βουκαμβίλια, λίγο δεντρολίβανο ή θυμάρι μπορούν να δώσουν μια μαγική νότα ντεκόρ σε ένα τραπέζι που στρώνεται σε ελληνικό τοπίο, σε μια θαλαμηγό μέσα στην αλμύρα της θάλασσας.

Το ίδιο συμβαίνει βεβαίως και με τα ελληνικά αφρώδη και μη κρασιά. Με τοπικά μας τυριά-αλλαντικά και με άλλα υπέροχα χειροτεχνήματα, από σπουδαίους τεχνίτες.

Δεν θα ισχυριστώ ότι είμαι σομελιέ κι έχω τεράστιο σεβασμό για αυτούς τους γίγαντες της γνώσης των αμπελώνων και των κρασιών. Μπορώ όμως και τολμώ μέσα στα καθήκοντά μου κι αν ρωτηθώ να προτείνω ένα κρασί που μου άρεσε, το είχα δοκιμάσει και να το συνοδεύσω με μια μικρή ιστορία για τον τόπο, τον παραγωγό ή την παράδοση πίσω από αυτό. Λιτές απλές πληροφορίες όχι παρουσίαση ή ανάλυση ειδικού. Πιο πολύ storytelling, παρά εμπεριστατωμένη γνώση. Όμως κάποιες φορές αυτό είναι αρκετό και παράγει αποτελέσματα.

Και ξαφνικά το κρασί δεν ήταν απλώς ένα ποτήρι. Έγινε αφορμή για συζήτηση. Ο κυρ Γιάννης, το Amalia Brut και τόσες άλλες «ιστορίες». Για ερωτήσεις, για αλληλεπίδραση, για λίγα αδέξια αστεία. Και κάπου εκεί ανακαλύπτω σιγά-σιγά κι εγώ την ουσία της φιλοξενίας. Με την δική μου οπτική που δεν σταματά να αναρωτιέται και να ερευνά.

Κι ευτυχώς την ανακαλύπτω ακόμα μέσα από εξαιρετικές συνεργασίες και βήματα που μου δίνουν την χαρά του αιώνιου μαθητή. Γιατί μου αρέσει πολύ ο ρόλος του μαθητή και είναι ο λόγος που θεωρώ αυτό το αχαρτογράφητο επάγγελμα την ουσία της φιλομάθειας, αφού καμία μέρα δεν είναι ίδια με την άλλη. Κάθε εργοδότης ένα υπέροχο σύμπαν γνώσης και προκλήσεων.

“Simplicity is grace.”

Στα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα είχα επίσης την τύχη να εργαστώ κοντά στην τέως βασιλική οικογένεια της Ελλάδος και ειδικά υπό την καθοδήγηση της τέως βασίλισσας Άννας-Μαρίας. Μόλις είχα γυρίσει από εκπαίδευση στο Λονδίνο και μια οικογένεια στην Ελλάδα αναζητούσε έναν Έλληνα μπάτλερ! Η συνομωσία του σύμπαντος ξέρετε….

Ανάμεσα στα πολλά πράγματα που κράτησα από εκείνη την περίοδο υπάρχει μια φράση της τέως εργοδότριάς μου, η οποία εξακολουθεί να με ακολουθεί και κυρίως να με καθοδηγεί και είμαι ευγνώμων για το χρόνο που αφιέρωσε σε όλο το προσωπικό την περίοδο εκείνη. Πρόσφατα έγινε ογδόντα ετών και συνεχίζει να αποτελεί φάρο κομψότητας και ήθους κατά την ταπεινή μου άποψη.

“Simplicity is grace”, μου είπε.

Η απλότητα είναι χάρη.

Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να καταλάβω πόσο βαθιά μπορεί να επηρεάσει αυτή η φράση τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι την παροχή υπηρεσιών και πως η μέθοδος αυτή ακουμπά στο στοιχείο της ελληνικότητας που βρίσκω χρήσιμο ως ταυτότητα και ίσως και προσωπικό στιλ.

Η πραγματική πολυτέλεια που παρέχει ένας Έλληνας οικονόμος δεν είναι απαραίτητα περισσότερα πράγματα. Μερικές φορές είναι λιγότερα, αλλά σωστά. Την ελληνική ζεστασιά. Την αμεσότητα όταν χρειάζεται, την ευελιξία, το μέτρο που είναι άριστο αλλά όχι το «κάθε μέτρο».

Στα ξενοδοχεία, στις ιδιωτικές βίλες και στα γιοτ, ο Έλληνας εργαζόμενος δεν χρειάζεται να δημιουργήσει μια μικρή Βρετανία μέσα στη Μεσόγειο, ούτε ένα Εμιράτο.

Χρειάζεται να είναι ένας επαγγελματίας διεθνών προδιαγραφών που γνωρίζει από πού προέρχεται. Και σέβεται την διαφορετικότητα και την κουλτούρα του καλεσμένου του.

Να παίρνει την πειθαρχία από τη βρετανική σχολή, την τεχνογνωσία από τη διεθνή εκπαίδευση, να μαθαίνει από διαφορετικές κουλτούρες και ταυτόχρονα να κρατά κάτι δικό του. Και τελικά μήπως αυτή δεν είναι η επιτομή του επαγγέλματός μας;

Κανείς άλλωστε δεν γεννήθηκε για να αντιγράφει. Όλοι μας γεννηθήκαμε για να εξελισσόμαστε.

Η ιδιότητα του μπάτλερ υπάρχει για να δίνουμε πολλές ποιοτικές μορφές και θεωρήσεις που πάντα ικανοποιούν τους καλεσμένους ή τους εργοδότες μας. Στην τελική, χρειαζόμαστε Έλληνες μπάτλερ, οι οποίοι δεν φοβούνται να είναι Έλληνες. Όχι από εθνική υπερηφάνεια, αλλά από επαγγελματική αυτοπεποίθηση κι από την αίσθηση της φροντίδας, όχι του καθήκοντος!

Κι έχω συναντήσει τόσες υπέροχες Καρυάτιδες και Κούρους εκεί στα μετερίζια του σέρβις στην Ελλάδα που με κάνουν τρελά αισιόδοξο και περήφανο. Εντάξει, και λίγο εθνικά υπερήφανο! Σε αυτούς αναφέρομαι και τους αφιερώνω στις σκέψεις μου.

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS