Η Τσεχία είναι μια πανέμορφη χώρα με πλούσια ιστορία στην ζυθοποίηση. Από τις παραδοσιακές ζυθοποιίες μέχρι και τις σύγχρονες που αγκάλιασαν την “craft” επανάσταση, οι Τσέχοι διαχρονικά απολαμβάνουν αυτό το μαγικό ποτό και το έχουν κάνει μέρος της κουλτούρας τους. Αφορμή για το τελευταίο μου ταξίδι αποτέλεσε ένα ιστορικό, όμως όχι τόσο γνωστό ζυθοποιείο της Τσεχίας, το οποίο βρίσκεται στο Μπένεσοβ. Σε αυτό το κείμενο θα διαβάσετε για την ιστορία του.
Το Μπένεσοβ βρίσκεται στην καρδιά της Βοημίας, περίπου 40 χιλιόμετρα νότια της Πράγας. Εκεί βρίσκεται και το μοναδικό ζυθοποιείο της πόλης, το Pivovar Ferdinand, το οποίο ζυθοποιεί από το 1897, και μάλιστα με την «υπογραφή» του διάσημου Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας. Διαθέτει μια από τις τελευταίες παραδοσιακές βυνοποιίες της χώρας και ζυθοποιεί με τον παραδοσιακό τσέχικο τρόπο εδώ και περισσότερα από 120 χρόνια, χρησιμοποιώντας ανοιχτές δεξαμενές ζύμωσης και μακρά ωρίμαση στα ιστορικά του κελάρια.
Δίπλα ακριβώς, σε πολύ κοντινή απόσταση βρίσκεται και το εντυπωσιακό κάστρο Κονόπιστε (τσέχικα Konopiště), το οποίο σίγουρα αξίζει μια επίσκεψη, αν βρεθείτε στη χώρα. Είναι περισσότερο γνωστό ως η τελευταία κατοικία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διάδοχου των Αψβούργων στο θρόνο της Αυστροουγγαρίας, η δολοφονία του οποίου στο Σεράγεβο το 1914 στάθηκε αφορμή για την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου. Τον 13ο αιώνα, το γοτθικό κάστρο εξυπηρετούσε την οχύρωση της περιοχής, όμως το 1887 ο αρχιδούκας το αγόρασε, μετατρέποντάς το σε πολυτελή κατοικία. Ας επιστρέψουμε όμως πίσω στην ιστορία μας.

Το κάστρο του Κονοπίστε
Το βυνοποιείο της ιστορικής ζυθοποιίας ήταν ο κύριος λόγος επίσκεψής μου και η μέρα του Μαξιμιλιανού στις 29 Μαΐου αποτέλεσε την ευκαιρία. Το ζυθοποιείο ανακοίνωσε πως θα ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό μιας και δεν γίνονται συχνά ξεναγήσεις και χωρίς να το σκεφτώ οργάνωσα στο άψε-σβήσε το ταξίδι.
Η ιστορία πίσω από το ζυθοποιείο Ferdinand
Οι πρώτες καταγραφές ζυθοποίησης στην περιοχή χρονολογούνται από το 1495 , όταν οι κάτοικοι της πόλης το έκαναν οι ίδιοι στα σπίτια τους. Το πρώτο γραπτό δικαίωμα παρασκευής ζύθου παραχωρήθηκε στους κατοίκους του Μπένεσοβ το 1595 από τον Αρχιλέφ του Κούνοβιτσε. Αυτό το δικαίωμα εγγυόταν το προνόμιο της παρασκευής ζύθου «τώρα και για το μέλλον και τους αιώνιους χρόνους, ελεύθερα χωρίς εμπόδια… των κατόχων του κτήματος και του αρχοντικού Κονοπίστε να φτιάχνουν μαύρη και σιταρένια βύνη για τους εαυτούς τους και να παρασκευάζουν και να φτιάχνουν ζύθο από αυτές, μαύρη, παλιά λευκή και πικρή…». Την εποχή της ίδρυσης ιδιωτικών ζυθοποιείων, καλλιεργούνταν και λυκίσκος στο Μπένεσοβ, όπως καταγράφεται το 1569.
Το 1459 ήταν επίσης και η πρώτη φορά χρονικά που αναφέρθηκε ζυθοποιείο στο Κονοπίστε, όμως η ακριβής τοποθεσία του παραμένει μυστήριο. Όταν αυτό το ζυθοποιείο έκλεισε, αντικαταστάθηκε από ένα νέο σε στιλ αρχοντικού, κάτω από το κάστρο του Κονοπίστε. Ωστόσο, ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού χρεωκόπησε και αναγκάστηκε να το πουλήσει.
Δυστυχώς, η άνθιση της ζυθοποιίας στο Μπένεσοβ διακόπηκε βίαια με την εισβολή σουηδικών στρατευμάτων στην πόλη κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618–1648), μια από τις καταστροφικότερες συγκρούσεις στην ευρωπαϊκή ιστορία.
Η ζυθοποιία περιήλθε σε βαθιά παρακμή και η αριστοκρατία απαίτησε να επιστραφούν όλα τα δικαιώματα που σχετίζονταν με την παρασκευή ζύθου στα χέρια τους. Η αναγέννηση της ζυθοποιίας ήρθε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν το Μπένεσοβ ενσωματώθηκε στο νεόκτιστο σιδηροδρομικό δίκτυο. Το 1872, οι κάτοικοι της πόλης ίδρυσαν μια ανώνυμη εταιρεία, η οποία στη συνέχεια ίδρυσε ένα βυνοποιείο. Νέες εγκαταστάσεις χτίστηκαν στα περίχωρα της πόλης στην οδό Ταμπόρσκα. Η νέα επιχείρηση έπρεπε να ξεπεράσει σημαντικές οικονομικές δυσκολίες από την αρχή και ήδη από το 1873 οι ιδρυτές αναγκάστηκαν να μειώσουν το μέγεθος του βυνοποιείου και να ιδρύσουν ένα ζυθοποιείο από το άλλο μισό. Τα επίμονα οικονομικά προβλήματα ανάγκασαν τους κατοίκους της πόλης να πουλήσουν ολόκληρο το εργοστάσιο την άνοιξη του 1887 στον νέο ιδιοκτήτη του κτήματος Κονοπίστε.
Ο νέος ιδιοκτήτης, δεν ήταν άλλος από τον Αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, ο οποίος ήρθε στο Μπένεσοβ το 1887 και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Εκτός από το διάσημο κάστρο, αγόρασε επίσης το τοπικό ζυθοποιείο και αμέσως ξεκίνησε τον εκσυγχρονισμό του. Το 1888 η πρώτη ζυθοποίηση ήταν γεγονός, στο νεόκτιστο τότε ζυθοποιείο. Το παλιό ζυθοποιείο Κονόπιστε συνέχισε να λειτουργεί για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως το 1897 έκλεισε οριστικά .
Ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος είχε ένα σαφές όραμα: θα έκανε το Μπένεσοβ μια δύναμη στο χώρο της ζυθοποιίας. Το 1897 αποφάσισε να κατασκευάσει το πιο σύγχρονο ζυθοποιείο στην περιοχή κι έναν χρόνο αργότερα έχτισε εγκαταστάσεις υπερσύγχρονες για την εποχή. Τον Μάρτιο του 1898 ο ζύθος από το Μπένεσοβ έκανε αισθητή την παρουσία του και απέκτησε φήμη σε όλη την περιοχή .
Η μοίρα του ζυθοποιείου άλλαξε ριζικά το 1914. Η δολοφονία στο Σεράγεβο έθεσε τέλος στη ζωή του Φραντς Φερδινάνδου και μαζί της τα σχέδιά του για την ανάπτυξη του ζυθοποιείου. Ο γιος του, Μαξιμιλιανός, ανέλαβε τη διοίκηση, όμως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε αρνητικές επιπτώσεις στο ζυθοποιείο. Η έλλειψη πρώτων υλών μείωσε την παραγωγή και το 1917 το χάλκινο ζυθοποιείο επιτάχθηκε για πολεμικούς σκοπούς. Αντικαταστάθηκε με ένα σιδερένιο, αλλά η ποιότητα παρέμεινε η ίδια . Μετά τον πόλεμο, το ζυθοποιείο τέθηκε υπό κρατική διοίκηση και εθνικοποιήθηκε το 1921.
Παρόλα αυτά, ακόμη και σε αυτές τις δύσκολες εποχές, η ζυθοποιία κατάφερε να διατηρεί υψηλό επίπεδο παραγωγής
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθε ο εκσυγχρονισμός. Η ζυθοποιία επένδυσε σε έναν νέο στόλο οχημάτων, κατασκευάστηκε καινούριο ξυλουργείο, βαρελοποιείο και ένα βαφείο. Τη δεκαετία του 1960, η αίθουσα αναψυκτηρίων άλλαξε, οι ξύλινες δεξαμενές αντικαταστάθηκαν από χαλύβδινες και τη δεκαετία του 1970 η ζυθοποιία διέθετε μια νέα γραμμή εμφιάλωσης που μπορούσε να παράγει 15.000 φιάλες την ώρα. Η δεκαετία του 1990 έφερε την ιδιωτικοποίηση και μαζί της μια νέα εποχή. Η ζυθοποιία από το Μπένεσοβ απέκτησε ιδιοκτήτη και επικεντρώθηκε στην ποιότητα αλλά και την παράδοση.
Το 1990 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό για την Τσεχία, καθώς ανέτειλε η νέα, μετά-κομμουνιστική εποχή της ως τμήμα της Τσεχοσλοβακίας. Ακολούθησε την αναίμακτη «Βελούδινη Επανάσταση» του 1989 και χαρακτηρίστηκε από την απομάκρυνση των σοβιετικών στρατευμάτων, τις πρώτες ελεύθερες εκλογές έπειτα από 40 χρόνια και την έντονη πολιτική αναγέννηση.
Το έτος 1992 σηματοδότησε ένα σημαντικό σημείο καμπής αφού η μάρκα Ferdinand λανσάρεται στην αγορά, αποτίοντας φόρο τιμής στον αρχικό ιδρυτή της ζυθοποιίας.
Ωστόσο, η κρίση του 2007 φέρνει κι ένα μεγάλο σοκ. Η παραγωγή διακόπτεται προσωρινά και η τύχη της ζυθοποιίας γίνεται αβέβαιη.
Λίγο αργότερα, η ζυθοποιία απέκτησε ξανά νέο ιδιοκτήτη. Τη διοίκηση ανέλαβε ένας έμπειρος οικονομολόγος, ο μηχανικός, ο Petr Dařílek . Η ζυθοποιία ξεκίνησε τη δεύτερη ζωή της. Η παραγωγή αναδιοργανώθηκε, τέθηκε ένα νέο επιχειρηματικό όραμα και το Μπένεσοβ απέκτησε για άλλη μια φορά την ιστορική του ζυθοποιία.
Η ζυθοποιία Ferdinand με σεβασμό στους προκάτοχούς της βασίζεται στην παραδοσιακή παραγωγή ζύθου. Ο ζύθος ζυμώνεται σε ανοιχτές δεξαμενές με ζύμωση στον πυθμένα και ωριμάζει σε κελάρια. Αυτή η μέθοδος εξασφαλίζει την πλήρη γεύση και τον χαρακτήρα που έχουν αγαπήσει οι πελάτες της. Η τρέχουσα ετήσια παραγωγή ανέρχεται στις 22 χιλιάδες εκατόλιτρα. Η χρήση πρώτων υλών πρώτης κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένης της δικής της βύνης, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζυθοποιίας. Το παραδοσιακό βυνοποιείο, παράγει 2.000 τόνους βύνης ετησίως . Αυτή η βύνη χρησιμοποιείται όχι μόνο από το ζυθοποιείο Ferdinand, αλλά και από πολλά άλλα ζυθοποιεία στην Τσεχική Δημοκρατία. Χάρη στη μακροχρόνια συνεργασία με τη βαυαρική βυνοποιία Weyermann, η βύνη Benešov εξάγεται και στο εξωτερικό.
Η επίσκεψη σε αυτά τα αιωνόβια κτήρια και η εξερεύνηση τέτοιων συγκλονιστικών ιστοριών προσωπικά με ενθουσιάζει και πιστεύω πως μόνο έτσι καταλαβαίνει κανείς πραγματικά πως αναπτύχθηκε η τέχνη της ζυθοποίησης. Μέσα από δύσκολες εποχές, σκληρή εργασία αλλά μεγάλη αγάπη για το καλύτερο ποτό στον κόσμο… na zdraví!