Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ζύθος κι η τέχνη της ζυθοποίησης ήταν κάτι άγνωστο στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του αιώνα, ένας Γερμανός συγγραφέας γίνεται μάρτυρας μιας «Bierkultus» (λατρείας ζύθου) στη Σμύρνη, η οποία συνδέεται με μια συγκεκριμένη ζυθοποιία, την πρώτη σε οθωμανικό έδαφος, την «Brasserie de la Pointe». Πίσω από την εμφάνιση ζύθου στη Σμύρνη, ωστόσο, κρύβεται πάνω απ’ όλα η ιστορία μιας γυναίκας: της Κλάρα Πρόκοπ.
Γνωρίζουμε ελάχιστα για την παιδική ηλικία και το οικογενειακό υπόβαθρο της Κλάρα Πρόκοπ. Γεννήθηκε το 1816 στο Γιάγκστχαουζεν, βόρεια της Στουτγάρδης, με το πατρικό όνομα Πολ. Με τον πρώτο της σύζυγο, τον Χερ Στένγκελ, του οποίου το μικρό όνομα παραμένει άγνωστο, εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη το 1840.

Η Χέντβιγκ «Χέτι» Στένγκελ
Εκείνη τη δεκαετία, η Σμύρνη αποτελούσε ένα από τα πιο πλούσια, κοσμοπολίτικα και δυναμικά λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πόλη βρισκόταν σε μια μεταβατική περίοδο έντονης οικονομικής ανάπτυξης, αλλά διατηρούσε ακόμη την παραδοσιακή οθωμανική της υποδομή, πριν από τα μεγάλα έργα εκσυγχρονισμού του τέλους του 19ου αιώνα.
Η Σμύρνη αποτελούσε ένα «μωσαϊκό», μια πολυπολιτισμική πόλη όπου συνυπήρχαν διαφορετικές εθνότητες και θρησκείες. Ήταν αυστηρά χωρισμένη σε εθνοθρησκευτικούς τομείς. Υπήρχε ο μουσουλμανικός (τουρκικός), ο ελληνικός, ο αρμενικός, ο εβραϊκός και ο ευρωπαϊκός («Φραγκομαχαλάς») τομέας, περιοχή όπου λειτουργούσαν καζίνο, λέσχες, θέατρα και καφετέριες ευρωπαϊκού τύπου. Οι Λεβαντίνοι, μια πανίσχυρη ελίτ από Ευρωπαίους εμπόρους (Γάλλους, Βρετανούς, Ιταλούς), ζούσαν μόνιμα εκεί, απολαμβάνοντας βεβαίως και ειδικά προνόμια.
Στις χριστιανικές και ευρωπαϊκές γειτονιές οι γυναίκες ακολουθούσαν τη γαλλική μόδα, ενώ στις μουσουλμανικές γειτονιές η κοινωνική ζωή ήταν πιο συντηρητική και περιορισμένη στον ιδιωτικό της χώρο.
Γύρω στο 1850, ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης υπολογίζεται ότι κυμαινόταν μεταξύ 60.000 και 75.000 κατοίκων. Λόγω της έλλειψης επίσημων, ακριβών οθωμανικών απογραφών εκείνη την περίοδο, τα στοιχεία βασίζονται κυρίως σε εκτιμήσεις ξένων προξένων, ερευνητών και περιηγητών της εποχής.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1854, ο Ιταλός μηχανικός Luigi Storari κατέγραψε συνολικά 132.000 κατοίκους στην πόλη. Το 1870, ο Αυστριακός πρόξενος Carl von Scherzer ανέφερε ότι σε συνολικό πληθυσμό 155.000 κατοίκων, οι Ελληνορθόδοξοι αποτελούσαν την πλειονότητα με 75.000 άτομα, ξεπερνώντας τους Μουσουλμάνους που αριθμούσαν περί τα 45.000 άτομα.
Εκείνη η περίοδος γύρω στο 1850 (εποχή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ) σηματοδοτεί την απαρχή μιας τεράστιας οικονομικής και δημογραφικής έκρηξης για το ελληνικό στοιχείο. Λόγω της ανάπτυξης του εμπορίου, χιλιάδες Έλληνες από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου μετανάστευσαν στη Σμύρνη.
Αυτό το μεταναστευτικό ρεύμα μετέτρεψε σταδιακά τη Σμύρνη, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, σε μια κοσμοπολίτικη μητρόπολη, όπου οι Έλληνες ξεπέρασαν τις 100.000–150.000, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να την αποκαλούν και «Γκιαούρ Ιζμίρ» (Άπιστη Σμύρνη).
Πίσω στην ιστορία μας όμως. Η Κλάρα Πρόκοπ με τον πρώτο της σύζυγο, ίδρυσαν ένα ζυθοποιείο το 1845. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο γιος τους Καρλ Στένγκελ (1845–1916), όμως ο Χερ Στένγκελ, πέθανε λίγο αργότερα.
Η Κλάρα έστειλε μήνυμα στη Βυρτεμβέργη για έναν νέο διευθυντή, ο οποίος κατέφθασε στο πρόσωπο του Γκότφριντ Πρόκοπ, ενός λογιστή. Η Κλάρα τον παντρεύτηκε και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά: τον Άρνολντ (1851–1902) και τη Φραντσέσκα, γνωστή ως Φάνι (1859–1919). Ο θάνατος του Γκότφριντ γύρω στο 1860 άφησε την Κλάρα ξανά χήρα, στα σαράντα της. Η αντοχή και η ικανότητά της, ωστόσο, ήταν εμφανείς: η ζυθοποιία άνθισε, τα προϊόντα της έγιναν ευρέως γνωστά και διακινούνταν με την πλέον διάσημη ετικέτα «Veuve Prokopp» («Χήρα Πρόκοπ»). Η εδραίωση της μάρκας ήταν κυριολεκτικά ακλόνητη.
Μπουκάλια ζύθου που έφεραν την ετικέτα ήταν ενσωματωμένα στον τοίχο της ζυθοποιίας, δίπλα στην κύρια είσοδο στην οδό Μπορνόβα, στο κέντρο της περιοχής που λόγω της γειτνίασης με τον σιδηροδρομικό σταθμό και τις αποβάθρες γινόταν το νέο κέντρο της πόλης.
Εκείνη την εποχή, ο ζύθος γινόταν ραγδαία δημοφιλής στη Σμύρνη και στα δυτικά μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά καταναλώνονταν κυρίως από ομογενείς από τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, αλλά έγινε δημοφιλής στους ντόπιους από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, αντικαθιστώντας το κρασί ως το δεύτερο πιο δημοφιλές αλκοολούχο ποτό (μετά το ρακί/αράκ/ούζο/μαστίχα). Στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρχαν πολλά μικρά ζυθοποιεία που λειτουργούσαν είτε από μετανάστες από τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη είτε από Χριστιανούς ή Εβραίους Οθωμανούς υπηκόους. Ωστόσο, πολλά από αυτά άνοιξαν και έκλεισαν μέσα σε λίγα χρόνια. Η οικογενειακή επιχείρηση Prokopp δεν ήταν μόνο ο κορυφαίος παραγωγός μπίρας της Σμύρνης και της επαρχίας Αϊδινίου, αλλά και το ζυθοποιείο με τη μεγαλύτερη συνεχή λειτουργία σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μέχρι το τέλος του αιώνα, τα τρία παιδιά της Κλάρα είχαν παντρευτεί και είχαν επεκτείνει το οικογενειακό δίκτυο. Ο Καρλ Στένγκελ παντρεύτηκε την Μπέρθα Άιστλαιτερ (1864–1916), αρχικά από την Αυστρία. Ο Άρνολντ Πρόκοπ παντρεύτηκε τη Μίνα Γουόρνινγκ (1855–1893) από τη Γερμανία. Η Φάνι Πρόκοπ παντρεύτηκε τον Τσαρλς Κρέσπι (1847–1925), ο οποίος διέθετε βαλκανικές ρίζες. Μετά τον θάνατο της Κλάρα το 1898, τα τρία παιδιά της και οι σύζυγοί τους συνέχισαν το ζυθοποιείο ως οικογενειακό συνδικάτο: ο Άρνολντ επέβλεπε τα λογιστικά, ο Καρλ και η Μπέρθα διαχειρίζονταν την παραγωγή μπίρας, ενώ ο Τσαρλς και η Φάνι Κρέσπι χειρίζονταν την επιχειρηματική πλευρά. Από νωρίς, οι οικογένειες έχτισαν η καθεμία ξεχωριστά σπίτια εντός του συγκροτήματος του ζυθοποιείου, γεγονός που ενίσχυσε τους δεσμούς τους και έδωσε στην επόμενη γενιά την αίσθηση ότι μεγάλωναν ως αδέρφια και όχι ως ξαδέρφια.
Τα παιδιά αυτών των οικογενειών σχημάτισαν μια ζωντανή, δεμένη ομάδα. Σε αυτά περιλαμβάνονταν η Χέντβιγκ «Χέτι» Στένγκελ (1882–1951), κόρη του Καρλ και της Μπέρθα, τέσσερα παιδιά των Κρέσπι, και οι επιζήσες κόρες του Άρνολντ και της Μίνα, Γερτρούδη (1882–1948) και Χούλντα (1884–1972).
Όμως οι αρχές του 20ού αιώνα έφεραν βαθιές αναταραχές. Με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα καταστροφικά γεγονότα του 1922, η κοσμοπολίτικη ζωή της Σμύρνης έφτασε σε ένα απότομο τέλος. Όπως πολλές ευρωπαϊκές και λεβαντίνικες οικογένειες, οι απόγονοι των Stengel-Prokopp-Crespi εκδιώχθηκαν λίγο πριν από το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου. Η αναχώρησή τους σηματοδότησε το κλείσιμο της ζυθοποιίας και το τέλος της επιχείρησης Veuve Prokopp στη Σμύρνη. Οι οικογένειες εξαναγκάστηκαν να πάνε πρώτα στη Μάλτα, όπου έμειναν προσωρινά, πριν μετακομίσουν στα Βρετανικά Νησιά, όπου έπρεπε να χτιστούν νέες ζωές υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες. Το μακρύ και επιτυχημένο κεφάλαιο της Σμύρνης στην ιστορία τους τελείωσε στην εξορία, καθώς οι ακμάζουσες πολιτιστικές εξελίξεις της πόλης που είχαν καλλιεργήσει την οικογενειακή επιχείρηση σβήστηκαν από τις πυρκαγιές, τον θάνατο και την αναγκαστική μετανάστευση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα μέλη της οικογένειας παρέμειναν στενά συνδεδεμένα. Ανάμεσά τους ήταν και η Χούλντα Ισιγώνη, γεννημένη ως Πρόκοπ. Δυστυχώς, ο Έλληνας σύζυγός της, Κώστας Ισιγώνης, είχε πεθάνει στη Μάλτα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, χτυπημένος από ασθένεια. Η Χούλντα συνέχισε να μεγαλώνει τον μοναχογιό τους, Άλεκ Ισιγώνη, ο οποίος αργότερα έγινε μηχανικός και έγραψε ιστορία ως ο διάσημος σχεδιαστής του εμβληματικού αυτοκινήτου Austin Mini.

Η Χούλντα Ισιγώνη με τον γιο της, Άλεκ
Η ίδια η Κλάρα, ωστόσο, δεν έζησε για να γίνει μάρτυρας αυτών των γεγονότων. Πέθανε το 1898 και είναι θαμμένη στη Σμύρνη, όπου ο τάφος της παραμένει στο τοπικό νεκροταφείο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο χώρος διατηρείται ακόμα και είναι επισκέψιμος σήμερα, προσφέροντας μια απτή σύνδεση με την αξιοσημείωτη ιστορία μιας πρωτοπόρου γυναίκας που έχτισε μια κληρονομιά μέσα από την υπομονή, την επιμονή, τη μετανάστευση και την επιχειρηματικότητα στον οθωμανικό κόσμο του 19ου αιώνα.
Το όνομά της αναβίωσε το 2024 όταν μια ομάδα ανθρώπων άνοιξε ένα ζυθοπωλείο στη Σμύρνη ισχυριζόμενη ότι αναζωογόνησε τη λατρεία του πρώην ζυθοποιείου Veuve Prokopp, ονομάζοντάς το όμως ”Madame Prokopp”. Οι απόγονοι των Prokopp, ωστόσο, τους μήνυσαν για τη χρήση του ονόματος.
Η ιστορία της Κλάρα Πρόκοπ και της φημισμένης ζυθοποιίας της, Veuve Prokopp, είναι μια ξεχασμένη, σχεδόν παραμελημένη ιστορία μιας γυναίκας και του πιο ιστορικού και δημοφιλούς ποτού, του ζύθου, στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην ιερή Ιωνική γή.