Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι οι άνθρωποι εκείνοι που κατάφεραν να πυροδοτήσουν μια ολοκαίνουρια εποχή στο χρονολόγιο της κουλτούρας των μπαρ, επινόησαν ιδέες τόσο φρέσκιες που προκάλεσαν σχεδόν πανζουρλισμό στην εποχή τους, τις εφάρμοσαν με αριστοτεχνική μαεστρία, αλλά και πηγαία, ενώ δημιούργησαν και ένα ολόκληρο κληροδότημα που μνημονεύεται και αξιοποιείται ακόμη, έναν αιώνα αργότερα. Ο Donn Beach, γεννηθείς Ernest Raymond Gantt, το κατάφερε με εκκωφαντικό τρόπο και την ίδια στιγμή με ασύγκριτο κούλνες, επινοώντας και θεμελιώνοντας την κουλτούρα των tiki κοκτέιλ, που κατέκτησε το Χόλιγουντ του ’30, αλλά και τον κόσμο ολόκληρο, επηρεάζοντας δεκάδες ακόμη ρεύματα και τάσεις, όπως και χιλιάδες μπαρ και μπαρτέντερ μέχρι σήμερα.
Ο Ernest Raymond Gantt γεννήθηκε το 1907 στην κομητεία Limestone του Τέξας, ως το έκτο από τα συνολικά οκτώ παιδιά των John David Hampton Gantt και Mollie Vashti Slaughter. Καθώς η μητέρα του είχε συγγενείς που έμεναν στη Λουιζιάνα, ο Ernest πηγαινοερχόταν μεταξύ των δύο πολιτειών —κάποιοι ισχυρίζονται μάλιστα ότι γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη. Στα 16 του όμως εγκαταστάθηκε πλήρως στο Τέξας, βοηθώντας τη μητέρα του, η οποία διαχειριζόταν μικρά πανδοχεία. Ήταν η πρώτη του επαφή με την εστίαση.
Η ζωή του Ernest Raymond Gantt έκτοτε κινούνταν κάπου μεταξύ πραγματικότητας και μύθου, κάτι που κι ο ίδιος απολάμβανε, χτίζοντας μια «φανταστική» περσόνα, αλλά και έναν ολόκληρο, παραμυθένιο κόσμο μέσα από τα μπαρ του. Λέγεται ότι στα είκοσί του ξεκίνησε να ταξιδεύει στα νησιά του Ειρηνικού και της Καραϊβικής, μαζεύοντας εμπειρίες, εικόνες, αλλά και ενθύμια από τα ταξίδια του, ή «ό,τι ξέβραζε η ακτή» των νησιών. Από εκείνα τα χρόνια μάλιστα απέκτησε και το παρατσούκλι ‘’beachcomber’’ —ένας τυχοδιώκτης των τροπικών νησιών, ένας ρακοσυλλέκτης αυτών που ξέβραζαν οι ακτές τους.
Με την επιστροφή του, έπιασε στεριά στο Χόλιγουντ, όπου κάποιοι λένε πως ξεκίνησε να συμβουλεύει κινηματογραφικές παραγωγές για την «αρμόζουσα ατμόσφαιρα και τα κατάλληλα σκηνικά» στις πρώιμες ταινίες με φόντο τον Ειρηνικό. Εκεί, ανάμεσα σε σκηνικά εξωτισμού και κατασκευασμένες αφηγήσεις, καλλιέργησε σχέσεις με παραγωγούς και ηθοποιούς, ενισχύοντας παράλληλα τον μύθο του ανθρώπου που «είχε ζήσει» τα μέρη αυτά από πρώτο χέρι. Καθώς βέβαια η Αμερική ζούσε ακόμη σε χρόνια Ποτοαπαγόρευσης, κάποιοι ισχυρίζονται πως έβγαλε τα πρώτα του χρήματα μέσα και από το λαθρεμπόριο ποτών.
Σε κάθε περίπτωση, αξιοποίησε το μικρό του κομπόδεμα, όπως και τον σωρό από τα ταξιδιωτικά του ενθύμια, σε ένα μικρό μπαρ που άνοιξε με τη λήξη της Ποτοαπαγόρευσης, το 1933, κοντά στη γωνία της Λεωφόρου του Χόλιγουντ και της McCadden Place. Το ονόμασε Don’s Beachcomber Cafe και χωρούσε 25 άτομα. Εκεί ξεκίνησε να δημιουργεί περίτεχνα κοκτέιλ με πολυάριθμα υλικά, φρέσκους χυμούς και σπιτικά σιρόπια, καθώς και εντυπωσιακές γαρνιτούρες. Τα βάπτιζε με ακόμη πιο εντυπωσιακά ονόματα, όπως Cobra’s Fang, Missionary’s Downfall, Shark’s Tooth και… Zombie! Κόσμος πολύς που αναζητούσε διαφυγή (το περιβόητο escapism που γιγάντωσε την κουλτούρα του tiki), αλλά και οι περισσότεροι, πάλαι ποτέ μεγάλοι αστέρες του Χόλιγουντ, κατέκλυζαν το μπαρ του σε τέτοιο βαθμό, που τον ανάγκασαν να αναζητήσει μεγαλύτερο χώρο για να τους στεγάσει.
Κάπως έτσι, ο Donn Beach —είχε πλέον και επίσημα αλλάξει το ονοματεπώνυμό του— έφυγε από το μικρό αυτό μπαρ, παίρνοντας το 1937 έναν μεγαλύτερο χώρο απέναντι, όπου μάλιστα μετέτρεψε την επιχείρησή του σε εστιατόριο-μπαρ. Είχε μεσολαβήσει βέβαια η γνωριμία και ο γάμος με τη γυναίκα που έμελλε να του αλλάξει τη ζωή, μια νεαρή σερβιτόρα και πρώην μοντέλο, την Cora Irene “Sunny” Sund, η οποία όχι μόνο δανείστηκε χρήματα για τη νέα από κοινού τους επιχειρηματική προσπάθεια, αλλά αποτέλεσε και τον επιχειρηματικό εγκέφαλο του νέου αυτού κόσμου που από κοινού δημιούργησαν.
Στο νέο αυτό εγχείρημα η Sunny Sund έφερε ένα Κινέζο σεφ που σέρβιρε «καντονέζικη κουζίνα», ενώ οι Φιλιππινέζοι μπάρμαν που προσελήφθησαν, με σημαντικότερο εξ αυτών τον Ray Buhen, αλλά και η ατμόσφαιρα που καθημερινώς δημιουργούσε ο Donn Beach με τα ποτά, όπως και τα σόου του, συνέθεταν ένα σκηνικό αρκούντως εξωτικό, μια μαγευτική εξτραβαγκάντζα που ξετρέλαινε τα μυαλά των θαμώνων. Ο Donn Beach έδινε καθημερινώς παραστάσεις πίσω, εμπρός και πάνω(!) στη μπάρα, άναβε φωτιές με τα ποτά του και πλημμύριζε στην κυριολεξία τον χώρο με νερό εν είδει βροχής —υπάρχουν μαρτυρίες του ίδιου να ανεβαίνει στη σκεπή έξω από το μπαρ και να ρίχνει νερό από μια μάνικα, ξεγελώντας τους πελάτες πως δήθεν βρέχει, προκειμένου να μείνουν στο μπαρ του για ένα ακόμη ποτό. Ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε τον όρο tiki για να περιγράψει όλο αυτό που έκανε, την εμπειρία που προσέφερε στους πελάτες του, προτιμούσε το «Εμπειρία των Νότιων Θαλασσών» (South Seas), ενώ για τα ποτά του έλεγε πως αποτελούσαν «Ραψωδίες με ρούμι» (Rhum Rhapsodies).
Ο Donn Beach δεν ασχολείτο ιδιαιτέρως με την επιχειρηματική δραστηριότητα του εστιατορίου του· τα είχε αναλάβει η Sunny Sund. Είχε ρίξει όμως τα θεμέλια μιας εντελώς διαφορετικής προσέγγισης της τέχνης του μπαρ. Μαζεύοντας φθηνά ρούμια που έβρισκε εκείνη την περίοδο από όλα τα νησιά της Καραϊβικής, αλλά και με τα φρέσκα φρούτα που ήταν διαθέσιμα ευρέως στις ακτές των ΗΠΑ, δημιουργούσε σπιτικά σιρόπια και έφτιαχνε μυστικά μείγματα που τα τιτλοφορούσε με κωδικά ονόματα, προς αποφυγή διαρροών των συνταγών του, ακόμη και από τους μπάρμαν του προς ανταγωνιστές, όπως ο Victor Bergeron.
Ο Donn Beach υπήρξε μάλλον από τους πρώτους που εφάρμοσαν την τεχνική του ‘’pre-batching’’, όχι ολόκληρου του κοκτέιλ βεβαίως, αλλά περισσότερο των δευτερευόντων ή των παρόμοιων συστατικών· στα 10’s το έλεγαν ‘’biz’’, σήμερα απλώς ‘’down-bottling’’. Και εν μέρει υπήρξε απόλυτα ορθή σκέψη. Όταν έχει κανείς να φροντίσει ένα μπαρ με εκατοντάδες παραγγελίες και τα ποτά του έχουν πολλές φορές περισσότερα από δέκα συστατικά, προκύπτει η ανάγκη αφενός της πιο αποτελεσματικής αποθήκευσης, αλλά και της πιο ορθολογικής διαχείρισης. Έτσι, αναμείγνυε διαφορετικά σιρόπια, διαφορετικά ρούμια ή και διαφορετικούς χυμούς και τα χρησιμοποιούσε ως μείγματα.
Μάλιστα, η χρήση διαφορετικών ρουμιών, προκειμένου να αξιοποιούνται διαφορετικά στοιχεία, αρώματα και γεύσεις από το καθένα, έγινε κι αυτή της μόδας ξανά πολύ αργότερα, όταν μπαρτέντερ χρησιμοποιούσαν διαφορετικά τζιν ή διαφορετικά βερμούτ για το Μαρτίνι τους ή διαφορετικά ουίσκι για το Manhattan ή το Old-fashioned τους.
Ο Donn Beach όμως δεν υπήρξε ποτέ ένας αμιγής μπαρτέντερ. Ως άλλος ιμπρεσάριος, σκηνοθετούσε κόσμους ολόκληρους, εμπειρίες και βιώματα που οι θαμώνες είχαν να θυμούνται από τα μπαρ του. Το εσωτερικό του μπαρ του θύμιζε μια τροπική όαση, με μπαμπού έπιπλα, αναμμένους πυρσούς στους τοίχους, αχυρένιες στέγες και ντεκόρ εμπνευσμένο από την Πολυνησία. «Αν δεν μπορείτε να φτάσετε στον Παράδεισο, τότε θα σας τον φέρω εγώ», ήταν το motto του μπαρ! Και όντως, αυτό έκανε ο Donn Beach!
Για τον ίδιο, ελάχιστοι είχαν να πουν κακή κουβέντα. Ο άνθρωπος ήταν ένας γνήσιος γλεντζές, ο οποίος καθημερινώς ζούσε τη στιγμή, χωρίς αληθινό ενδιαφέρον για τα χρήματα. Στην κοψιά έφερνε στον σχεδόν συνομήλικό του, αστέρα του κινηματογράφου, Ντέιβιντ Νίβεν, με το χαρακτηριστικό μουστακάκι και την λυγερή κορμοστασιά του. Μάλιστα, λένε, πως μια περίοδο που ο Donn Beach είχε μείνει «ταπί», ο Νίβεν που υπήρξε θαμώνας στα μπαρ του, του άφησε σε έναν φάκελο εκατό δολάρια. Στα μπαρ του επίσης σύχναζαν ο Τσάρλι Τσάπλιν και η Γκρέτα Γκάρμπο, ο Όρσον Ουέλς και η Μαρλέν Ντίτριχ, οι αδελφοί Μάρξ, ο Χάουαρντ Χιουζ, η Τζοάν Κρόφορντ, ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ο Φρανκ Σινάτρα. Μια σχεδόν καθημερινή παρέλαση από σταρ.
Ο Donn Beach περιφερόταν στα μπαρ του, άλλοτε με τη χαρακτηριστική αποικιακή περιβολή του με πουκάμισο-σαφάρι, ψάθινη φεντόρα και κοντό παντελόνι, άλλοτε ημίγυμνος, φορώντας πολυνησιακές φούστες, λέι και χαϊμαλιά, πιάνοντας κουβεντούλα με τη Χολιγουντιανή σοσιαλιτέ και τα σμήνη μοντέλων που συνέρρεαν ή σχίζοντας επί τόπου καρύδες με τη ματσέτα του για τους διψασμένους θαμώνες του!
Παρόλα αυτά, ο Donn Beach δεν έμεινε για αρκετά χρόνια στο προσκήνιο, τουλάχιστον της ενεργής, αμερικανικής σκηνής των μπαρ. Το 1940 πήρε διαζύγιο από την Sunny Sund και της πούλησε το brand, όπως και το μερίδιό του στην επιχείρηση. Λίγο αργότερα, κατετάχθη στην αεροπορία, όπου υπηρέτησε από το 1942 έως το 1945, τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε, όχι μόνο για τις στρατιωτικές του υπηρεσίες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και για το ότι μετά τον πόλεμο, επιμελήθηκε κέντρων ανάπαυσης και αναψυχής καταπονημένων και παλαίμαχων αεροπόρων σε συμμαχικές χώρες, κυρίως στη γαλλική και την ιταλική Ριβιέρα.
Εντωμεταξύ, όσο ο Donn Beach έλειπε, η Sunny Sund γιγάντωνε την αυτοκρατορία των Don the Beachcomber εστιατορίων, φθάνοντας να διαχειρίζεται μέχρι και 16 μπαρ-εστιατόρια σε 16 διαφορετικά σημεία στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων του Σικάγο, της Νέας Υόρκης και του Παλμ Σπρινγκς! Η tiki κουλτούρα διένυε τις καλύτερες μέρες της και, εκτός από τον Victor Jules Bergeron που είχε χτίσει πλέον τη δική του αλυσίδα, τα Trader Vic’s, ακολούθησαν κι άλλοι. Tiki εστιατόρια και μπαρ στην κυριολεξία ξεπηδούσαν το ένα μετά το άλλο τόσο στη Δυτική, όσο και στην Ανατολική ακτή των ΗΠΑ.
Το αποτύπωμα της tiki κουλτούρας στην Αμερική των 40’s και 50’s υπήρξε βαθύτατο. Τα θεματικά πάρτι tiki έγιναν της μόδας, το ίδιο και η μουσική exotica και μαζί με την ιδιότυπη αυτή αρχιτεκτονική του επιτηδευμένα κιτς, άρχισαν να εμφανίζονται σε ολοένα και περισσότερα τηλεοπτικά σόου και κινηματογραφικές ταινίες. Κάπου εκεί, το tiki διεκδίκησε και κατέκτησε τη δική του σελίδα στην αμερικανική πολιτισμική κληρονομιά.
Πίσω στον ήρωά μας όμως, ο οποίος επιστρέφοντας στις ΗΠΑ από τον πόλεμο δεν είχε και πολλά να κάνει. Βλέπετε, σύμφωνα με διάφορες πηγές, η Sunny Sund και το συμβόλαιο που είχε υπογράψει όταν εξαγόρασε το ποσοστό του, του απαγόρευαν να ανοίξει μόνος του κάποιο Don the Beachcomber εστιατόριο στις ΗΠΑ. Και για να μην τα ρίξετε πάνω στην πρώην σύζυγό του, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως αυτό υπήρξε ιδέα κάποιων μελών της Μαφίας, τα οποία είχαν εντωμεταξύ εισέλθει ως «επιχειρηματικοί εταίροι» σε κάποιες από τις επιχειρήσεις της Sund. Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, ο Donn Beach επέλεξε να μετοικήσει στη Χαβάη, η οποία ακόμη δεν αποτελούσε πολιτεία των ΗΠΑ!

Από το αρχείο της Phoebe Beach
Εκεί ενεπλάκη σε ουκ ολίγες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το μεγαλύτερό του όμως κατόρθωμα ήταν η δημιουργία του International Marketplace, ενός υπαίθριου εμπορικού και ψυχαγωγικού συγκρότημα, με αγορά, καταστήματα και χώρους ψυχαγωγίας. Εντός αυτού, κατασκεύασε την πιο ολοκληρωμένη σκηνοθετικά, ζώνη tiki, που είχε επιμεληθεί μέχρι τότε. Το επονομαζόμενο «Πολυνησιακό Χωριό» αποτελούσε με τη σειρά του ένα σύμπλεγμα από μπαρ και θεματικούς χώρους —με πιο γνωστό το Don the Beachcomber και επιμέρους σημεία όπως το Dagger Bar. Εντός του Market έφτιαξε κι άλλα καταστήματα, όπως το The Colonel’s Plantation, το Beef Steak και το Coffee House. Ο ίδιος επέβλεπε τη λειτουργία του International Marketplace από ένα δωμάτιο, κρεμαστό στα κλαδιά μιας γιγαντιαίας ινδικής συκιάς (banyan).
Κάπως έτσι πέρασαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, με τον ίδιο να επιβλέπει τις επιχειρήσεις του στο Γουακίκι, το οποίο κατακλυζόταν από ολοένα και περισσότερους (Αμερικανούς) τουρίστες, να προσφέρει επαγγελματικές συμβουλές σε φίλους και «πελάτες» που επιθυμούσαν να ανοίξουν κάποιο tiki εστιατόριο και να παντρεύεται δύο ακόμη φορές, δυστυχώς, χωρίς να αφήσει κάποιον απόγονο. Έφυγε από τη ζωή το 1989, ενώ ζούσε στο νησάκι Moʼorea της Γαλλικής Πολυνησίας, σε μια πλωτή κατοικία. Η τελευταία του σύζυγος, μαοριανής καταγωγής από τη Νέα Ζηλανδία, Phoebe Beach, δώρισε πρόσφατα στον Tim Glazner, σπουδαίο φίλο, μελετητή και συλλέκτη της tiki κουλτούρας, αρχειακό υλικό από τη ζωή του Donn Beach, το οποίο αξιοποιήθηκε στην επερχόμενη, μεγάλη έκδοση του βιβλίου ‘’Searching for Don the Beachcomber’’, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του παρόντος έτους.

Η τελευταία, πλωτή, κατοικία του Donn Beach
Πληροφορίες για τη ζωή του Donn Beach μπορεί να βρει κανείς σε δεκάδες βιβλία, με πιο σημαντικά αυτά του Jeff Berry, της κόρης της Sunny Sund, Karen, όπως και στη βιογραφία του σπουδαίου πρωτοπόρου από τον μετέπειτα σύζυγο της Phoebe Beach, Arnold Bitner. Δυο χρόνια πριν μάλιστα, κυκλοφόρησε κι ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του, με άφθονο αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις από συγγενείς πρώην συνεργατών του και φίλων του tiki.
Το τελευταίο εστιατόριο Don the Beachcomber, αυτό που λειτουργούσε στο Huntington Beach της Καλιφόρνια, έκλεισε το 2018. Το 2023 η εταιρεία διαχείρισης καταστημάτων εστίασης 23 Restaurant Services απέκτησε το brand Don the Beachcomber, εκπονώντας ένα ολοκαίνουριο στρατηγικό πλάνο για να το επαναφέρει σε ζωή. Τον Φεβρουάριο του 2024 εγκαινίασε το πρώτο της σημείο, στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου Cambria, στο Madeira beach της Φλόριντα, όμως λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, αναγκάστηκε να κλείσει, λόγω ζημιάς από τον τυφώνα Ελένη.