«Ο Μπάρμαν του Ritz» του Philippe Collin – Διαβάστε το!

 


11 Αύγουστος 2026




350.000 αντίτυπα, μόνο στη Γαλλία, μόλις δύο χρόνια από την κυκλοφορία του. Πρώτο βραβείο ιστορικού μυθιστορήματος Maurice Druon για το 2024, βραβείο Le Temps Retrouvé και βραβείο αναγνωστών Littéraire Domitys για το 2025. «Ο μπάρμαν του Ritz» έχει ήδη μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες, ενώ στη χώρα μας κυκλοφόρησε πριν μερικές μόνο εβδομάδες. Διηγείται την ιστορία του Φρανκ Μεγιέρ, μπάρμαν του εμβληματικού, παριζιάνικου ξενοδοχείου, το διάστημα της γερμανικής κατοχής. Ο Αυστριακός Μεγιέρ, πολωνικής καταγωγής από εβραϊκή οικογένεια, με θητεία στην Αμερική και μια μακρά θητεία στο ξενοδοχείο Ritz, όπου διετέλεσε επικεφαλής μπάρμαν, έγραψε το ‘’The Artistry of Mixing Drinks’’, σέρβιρε και συναναστράφηκε την αφρόκρεμα της τέχνης και της διανόησης και τελικά άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο, λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του Παρισιού από τους συμμάχους, το 1947.

«Εάν το κοκτέιλ είναι η τέχνη της αυστηρότητας και του μέτρου, η διεύθυνση ενός μπαρ είναι αντιθέτως η τέχνη της αταξίας: η τακτική του να αφήνει να ξεχειλίζει η ζωή, να παίζει με τα όρια, να δέχεται ενίοτε να τα υπερβεί, ιδού τι έχει κάνει την επιτυχία του Φρανκ Μεγιέρ, σίγουρα περισσότερο από τα διάσημα ποτά του. Αυτή είναι επίσης και όλη του η αμφισημία: ένα πνεύμα πειθαρχημένο που το μαγνητίζει ο αντικομφορμισμός.»

Ο Μεγιέρ γεννήθηκε στο αυστριακό Τιρόλο, όπου είχαν μετοικήσει οι Εβραίοι γονείς του —ο παππούς του υπήρξε ραβίνος—από την Πολωνία. Πριν ακόμη ενηλικιωθεί, πέρασε τον Ατλαντικό για τις ΗΠΑ, όπου μαθήτευσε ως μπάρμαν στο Hoffman House της Νέας Υόρκης. Όμως εκεί τον βρήκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κι έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην Ευρώπη και στη Γαλλία, όπου κατατάχθηκε και πολέμησε με τη Λεγεώνα των Ξένων στο πλευρό των Γάλλων. Λίγα χρόνια αργότερα, έπιασε δουλειά στο ξενοδοχείο Ritz, όπου άνοιξε και ανέλαβε εξ ολοκλήρου το μπαρ του, από το 1921 και για τα επόμενα 26 χρόνια. Τον Ιούνιο του 1940 οι Γερμανοί εισβάλουν στο Παρίσι. Κι από εκεί ξεκινά η αφήγηση του Φιλίπ Κολέν.

Ο Κολέν σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Βρετάνης, στη Βρέστη, και έκανε το μεταπτυχιακό του στη σύγχρονη ιστορία με θέμα την εκκαθάριση των συνεργατών των Ναζί κατά την Απελευθέρωση. «Ο μπάρμαν του Ritz» αποτελεί το πρώτο του μυθιστόρημα και είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια μυθοπλαστική επιστροφή στο θέμα του μεταπτυχιακού του —ποιος αντιστάθηκε πραγματικά και ποιος απλώς επιβίωσε.

Ξεκίνησε στο ραδιόφωνο ως χρονογράφος στο France Inter το 1999, στην εκπομπή του Gérard Lefort, πέρασε από το «Charivari» του Frédéric Bonnaud, και από το 2005 ως το 2010 παρουσίαζε το «Panique au Mangin Palace». Έγινε ευρέως γνωστός στο γαλλικό κοινό πρωτίστως ως ραδιοφωνικός παραγωγός του France Inter, όπου εργάζεται από το 1999, ενώ εδώ και μια πενταετία έχει αναλάβει μια σειρά ιστορικών podcast με πάνω από σαράντα εκατομμύρια λήψεις. Τα θέματα: Léon Blum, Ναπολέων, Simone de Beauvoir, Philippe Pétain, οι γυναίκες της Αντίστασης. Μόνο η σειρά «Face à l’histoire» πλησιάζει τα είκοσι εκατομμύρια λήψεις.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της πολύπλευρης προσωπικότητας του συγγραφέα είναι και το ότι είναι και κομίστας! Συν-υπογράφει το Le Voyage de Marcel Grob (2018), εμπνευσμένο από την ιστορία του θείου του παππού του στον Β΄ Παγκόσμιο, ένας από τους Αλσατούς malgré-nous, άνδρες που στρατολογήθηκαν από τον γερμανικό στρατό, δηλαδή πάλι το ίδιο θέμα, ένας άνθρωπος που βρέθηκε στη λάθος πλευρά χωρίς να το επιλέξει.

Ο Φιλίπ Κολέν για τη συγγραφή του «Μπάρμαν του Ritz» συμβουλεύτηκε φυσικά τον David Wondrich, όπως και τον Γάλλο Fernando Castellon, ενώ μελέτησε ενδελεχώς και τα ιστορικά αρχεία του ίδιου του ξενοδοχείου. Κι έτσι από το βιβλίο παρελαύνουν ένα σωρό κοκτέιλ, όπως και μεγάλα κρασιά, σαμπάνιες και σερβιρίσματα που έχουν αποτυπωθεί κατά τα πρότυπα των μεγάλων ξενοδοχειακών μπαρ και της εποχής.

«Πως είστε, δεσποινίς Καρμαγιέφ;»

«Δεν ξέρω, Φρανκ. Είμαι κάπου μεταξύ απόγνωσης και θυμού, τι μου προτείνετε να πιώ;»

«Σας χρειάζεται σίγουρα κάτι κλασικό. Προτείνω ένα Ντράι Μαρτίνι».

Το Ritz δεν έκλεισε ποτέ. Το ξενοδοχείο, όμως, κόπηκε στα δύο: η πλευρά της Πλας Βαντόμ επιτάχθηκε και φιλοξένησε περίπου εκατό ανώτερους αξιωματικούς — η Λούφτβαφε εγκατέστησε εκεί το παρισινό αρχηγείο της, με τη μεγαλύτερη σουίτα δεσμευμένη για τον Χέρμαν Γκέρινγκ — ενώ η πλευρά της οδού Καμπόν παρέμεινε σε πολιτική χρήση. Ανάμεσά τους, ένας μακρύς διάδρομος. Και στην πολιτική πλευρά, το μπαρ του Μεγιέρ. Για να πιει κανείς ένα Ντράι Μαρτίνι έπρεπε να διασχίσει τον διάδρομο. Κι έτσι στους πάγκους του Μεγιέρ δεν σύχναζαν πια μόνο ο Ζαν Κοκτώ και ο Σασά Γκιτρί, η Κόκο Σανέλ και η Αρλετί, ο Μαρσέλ Ζουανντό και ο Ζαν Ζιροντού. Δίπλα τους ο Ερνστ Γιούνγκερ, οι ξάδερφοι Ότο και Καρλ-Χάινριχ φον Στύλπναγκελ —ο πρώτος μάλιστα ζητά από τον Μεγιέ να του υπογράψει ένα αντίτυπο του βιβλίου του— και ο συνταγματάρχης Χανς Σπάιντελ, μελλοντικός συνωμότης κατά του Χίτλερ. Το ξενοδοχείο κρατούσε τα προσχήματα της ουδετερότητας και το ίδιο το μπαρ ήταν ο τόπος όπου τα προσχήματα «ακουμπούσαν» το ένα το άλλο.

Ο πρωταρχικός ρόλος του Μεγιέρ είναι ιερός: «Αυτός είναι ο προορισμός του λουξ ξενοδοχείου: να είναι ένα παραμυθένιο παλάτι όπου το όνειρο δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται». Ο αρχιμπάρμαν του Ριτζ θεωρεί καθήκον του να συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία του μπαρ του, να σερβίρει ακόμη κι όταν οι Παριζιάνοι πέθαιναν της πείνας ή όταν βομβάρδιζαν οι συμμαχικές δυνάμεις.

Ο συγγραφέας, Philippe Collin

Εδώ αξίζει και μια παρένθεση που βρήκα κατόπιν αναζήτησης και που τα βιβλιοφιλικά κείμενα δεν θα έκαναν ποτέ, γιατί απαιτεί να γνωρίζεις πώς δουλεύει ένα μπαρ. Ο Colin Field, ο σημερινός επικεφαλής μπάρμαν του Ritz, δήλωσε πως ο Μεγιέρ υποδεχόταν τους αγαπημένους του πελάτες στο λόμπι πριν καν προλάβουν να κάνουν τσεκ ιν, και τους κουβαλούσε ο ίδιος τις αποσκευές. Ήταν, κατά τον Field, ο πρώτος επικεφαλής μπάρμαν που διατύπωσε ρητά ότι η θέση του δεν είναι πίσω από τη μπάρα, αλλά μπροστά από αυτή, ως οικοδεσπότης. Και συνεπώς, προσθέτει, δεν ήταν κατ’ ανάγκην ο ίδιος που έφτιαχνε τα κοκτέιλ εκείνα τα χρόνια.

Η λεπτομέρεια είναι ανατρεπτική, γιατί το μυθιστόρημα στηρίζεται ολόκληρο στην αντίθετη εικόνα: ο μπάρμαν καρφωμένος στη θέση του, ακίνητος μάρτυρας, το μπαρ ως θεωρείο απ’ όπου παρακολουθεί την Ιστορία να περνά. Αν ο Μεγιέρ κινούνταν διαρκώς στην αίθουσα, αν χαιρετούσε, συνόδευε, ψιθύριζε, μετέφερε, τότε δεν ήταν θεατής, αλλά κόμβος. Και ο κόμβος έχει πάντα μεγαλύτερη ευθύνη από τον θεατή. Το βιβλίο επιλέγει τον θεατή, και η επιλογή αυτή είναι κυρίως ηθική. Ο Κολέν, μάλιστα, μεταφέρει ενίοτε τον ρόλο του οικοδεσπότη στον μαθητευόμενο του Μεγιέρ, τον Λυσιανό, ένα πρόσωπο εξ ολοκλήρου φανταστικό. Η κίνηση της αίθουσας ανατίθεται στον επινοημένο, η ακινησία στον υπαρκτό. Είναι μια μικρή, σχεδόν αόρατη μετατόπιση, αλλά κάνει ακριβώς τη δουλειά που χρειάζεται το βιβλίο, κρατά τον Μεγιέρ πίσω από τον πάγκο, εκεί που ο μάρτυρας δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει.

Όμως ο Φρανκ Μεγιέρ είχε κι άλλα πράγματα για να ανησυχεί. Ο ίδιος ήταν Εβραίος και ως τέτοιος, κινδύνευε από το γερμανικό καθεστώς. Το ίδιο κι ο μαθητευόμενός του στο μπαρ. Το ίδιο και η Μπλανς Οζελό, σύζυγος του Κλωντ Οζελό, γενικού διευθυντή του ξενοδοχείου —Αμερικανίδα εβραϊκής καταγωγής, που στο βιβλίο γίνεται ο κρυφός έρωτας του Μεγιέρ και η femme fatale της αφήγησης. Το ίδιο και ο γιος του με την ανιψιά του. Και μπορεί ο μπάρμαν να σέρβιρε Highball στους Γερμανούς σαν να μη συμβαίνει κάτι, όμως την ίδια στιγμή φρόντιζε επιμελώς για όλα τα προαναφερθέντα μυστικά, όπως και για να εκδίδει πλαστά διαβατήρια σε άλλους Εβραίους, φυγαδεύοντάς τους εκτός Παρισιού.

«Ο Μπάρμαν του Ritz» εναλλάσσεται μεταξύ της αφήγησης σε τρίτο πρόσωπο και εκείνης σε πρώτο, από το προσωπικό ημερολόγιο του Μεγιέρ, το οποίο βασίζεται απόλυτα στη μυθοπλασία. Κάθε ένα από τα (μικρά) κεφάλαια, τιτλοφορείται με ημερομηνία, έτσι το βιβλίο λειτουργεί κι ως ένα άτυπο χρονικογράφημα, υπενθυμίζοντας στους αναγνώστες την άθλια κατάσταση στο Παρίσι από το ’40 έως το ’44.

Η αφήγηση ολοκληρώνεται με την απελευθέρωση του Παρισίου κι ο Μεγιέρ, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή, όπως και όλο το προσωπικό, ανησυχούσε για την επόμενη μέρα, πως θα εξηγήσει στους Αμερικανούς τον ρόλο το δικό του και του ξενοδοχείου, αν θα υπήρχαν λεηλασίες ή πανηγυρισμοί, τελικά περιχαρής, αντικρύζει τον τόσο αγαπημένο φίλο, το όνομα του οποίου δεν θα αναφέρω εδώ για ευνόητους λόγους.

«Ο μπάρμαν του Ritz» είναι ένα βιβλίο απολαυστικό, όσο αβάσταχτα κι αν τα γεγονότα που περιγράφονται. Και μπορεί ο συγγραφέας του να μην είναι λογοτέχνης, αλλά ιστορικός, όμως του βγάζω το καπέλο για την ατμόσφαιρα, όπως και για το πόσο αποτελεσματικά κατάφερε να χωρέσει τόσα πολλά ιστορικά πρόσωπα σε ένα έργο μυθοπλασίας. Αν σας αρέσει το ποτό, η ατμόσφαιρα των μπαρ, αν εργάζεστε σε κάποιο ή αν είστε θαμώνας, αν λατρεύετε το Dry Martini, το Boulevardier ή τη σαμπάνια, τότε έχετε ήδη βρει το βιβλίο του φετινού καλοκαιριού!

Ο Μπάρμαν του Ritz

Philippe Collin

Μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη

Εκδόσεις Πατάκη

  Culture     People  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS