Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, το Bumbu ανακηρύχθηκε «#1 super-premium ρούμι στον κόσμο», με βάση μετρήσεις της IWSR. Το θέμα το είδα πριν λίγες μέρες από τον Matt Pietrek —ίσως ο πιο σχολαστικός ερευνητής της κατηγορίας— στο σάιτ του, Rum Wonk και κατέβασα το δελτίο τύπου της Sovereign Brands, της εταιρείας πίσω από το brand, για να δω τι ακριβώς μετρήθηκε. Η απάντηση βρέθηκε στην υποσημείωση, με το αστεράκι: ο τίτλος «#1 super-premium rum», σε όγκο και αξία πωλήσεων, προκύπτει αθροίζοντας δύο προϊόντα. Το ένα από αυτά νομικά δεν είναι ρούμι. Ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε στις ΗΠΑ.
Όσοι με διαβάζουν τακτικά, θα έχουν αντιληφθεί πως προσέχω ιδιαιτέρως τα γραφόμενά μου, αποφεύγοντας κάθε αρνητική κρίση για συγκεκριμένο brand που μπορεί να προέρχεται από προκατάληψη. Έτσι και στο παρόν κείμενο, δεν έχω τίποτα προσωπικό με το brand, δεν έχω άλλωστε κανένα λόγο να έχω. Το Bumbu είναι ένα γλυκό, βανιλάτο και ευκολόπιοτο ποτό, που πουλάει σαν τρελό, αφού αρέσει σε πάρα πολύ κόσμο. Γιατί να έχει κανείς θέμα με αυτό;
Τι λέει ο νόμος
Στις ΗΠΑ, για να μπορεί ένα προϊόν να τιτλοφορείται ως ρούμι (27 CFR §5.147), οφείλει να διαθέτει αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 40%, ενώ απαγορεύεται και η οποιαδήποτε αρωματική προσθήκη. Το Bumbu The Original, το βασικό προϊόν δηλαδή του portfolio του brand, εμφιαλώνεται στους 35% αλκοολικούς βαθμούς, η άδεια ετικέτας του στη βάση του TTB (Alcohol and Tobacco Tax and Trade Bureau), στη ρυθμιστική αρχή δηλαδή για τα αλκοολούχα στις ΗΠΑ, το καταχωρεί ως ‘’Rum Specialty’’, ενώ και η ίδια η μπροστινή ετικέτα του προϊόντος γράφει ‘’Rum with natural flavors’’.
Στην Ευρώπη, ο κανονισμός 2019/787 επιτρέπει στα προϊόντα που εμφιαλώνονται ως ρούμια να περιέχουν ως 20 γραμμάρια στο λίτρο ζάχαρη, ενώ τους απαγορεύει οποιοδήποτε αρωματισμό. Το σουηδικό Systembolaget, η κρατική αλυσίδα λιανικής πώλησης αλκοόλ της Σουηδίας, η οποία στέλνει τα αλκοολούχα προϊόντα που πουλά σε εργαστήριο για ανάλυση, μετρά στο Bumbu The Original 47 γραμμάρια ζάχαρης στο λίτρο και το κατατάσσει ως smaksatt sprit av rom, αρωματισμένο απόσταγμα με βάση το ρούμι.
Να σας το κάνω πιο απλό; Είναι κάτι παρόμοιο με το Drambuie ή το Fireball, και τα δύο έχουν ως βάση το ουίσκι, όμως στο πρώτο προσθέτουν μέλι και στο δεύτερο κανέλα και ζάχαρη, για να φτιάξουν δύο πολύ νόστιμα και πολύ επιτυχημένα λικέρ. Σε κάθε περίπτωση πάντως, κανένα από τα δύο δεν είναι ουίσκι.
Η υποσημείωση του Δ.Τ.
Το δελτίο τύπου της 13ης Αυγούστου από την Sovereign Brands, ιδιοκτήτρια εταιρεία του Bumbu, ανοίγει με το «#1 super-premium ρούμι στον κόσμο, σύμφωνα με τη βάση της IWSR*».
Κατεβαίνουμε στο τέλος της σελίδας και το αστεράκι ερμηνεύεται με την εξής διευκρίνιση:
Based on IWSR Global Database 2025 and 2026 in volume and value for 2024 and 2025 for “super premium rum” – Re: Bumbu The Original and Bumbu XO
Δηλαδή, ο τίτλος του «#1 ρουμιού στον κόσμο, που μετράει όγκο πωλήσεων και συνολική αξία αθροίζεται μέσα από δύο προϊόντα, εκ των οποίων το ένα δεν είναι ρούμι, ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι σαν ένα ουίσκι να ανακηρύσσεται #1 στον κόσμο μετρώντας και τις πωλήσεις του λικέρ του, το οποίο εντελώς συμπτωματικά, είναι και πιο οικονομικό —άρα θεωρητικά, με τη μεγαλύτερη διείσδυση στην αγορά— από τα δύο. Το ένα από τα δύο, το Bumbu XO, είναι νομικά ρούμι: 40% vol, καταχωρημένο ως ρούμι στο TTB. Το άλλο, το The Original, δεν είναι.
Υπάρχει και δεύτερο αστεράκι, καρφωμένο σε μια δεύτερη πρόταση: «Στις ΗΠΑ, το Bumbu Original είναι επίσης το #1 σε πωλήσεις premium rum 750ml SKU, με πωλήσεις πάνω από 60% μπροστά από τον επόμενο κωδικό». Εδώ κατονομάζεται ένα και μόνο προϊόν, ένα προϊόν που δεν είναι ρούμι.
Και τι ακριβώς μετρήθηκε; SKU σημαίνει ένας συγκεκριμένος κωδικός προϊόντος: ένα μπουκάλι, σε ένα μέγεθος. Όχι το σύνολο ενός brand, όχι η παραγωγή ενός αποστακτηρίου. Η διαφορά, αναντίρρητα, είναι τεράστια. Ένας παραγωγός με οκτώ εκφράσεις μπορεί να πουλάει διπλάσιο ρούμι και να «χάνει», επειδή ο όγκος του μοιράζεται σε οκτώ κωδικούς.
Τα φίλτρα δεν σταματούν εκεί. Μετρήθηκαν έξι μήνες, όχι χρονιά, από την 1η Ιανουαρίου έως τις 11 Ιουλίου 2026. Μόνο φιάλες των 750ml. Μόνο στη ζώνη $25–50, που καταπίνει ολόκληρο το premium και ολόκληρο το super-premium, τη στιγμή που ο τίτλος μιλάει για super-premium. Και μόνο σε σούπερ μάρκετ και κάβες πολιτειών ελεύθερης αγοράς, έξω δηλαδή οι δεκαεπτά περίπου πολιτείες κρατικού μονοπωλίου, έξω η εστίαση και τα μπαρ.
Κανένα από αυτά τα φίλτρα δεν είναι ψέμα, όλα μαζί όμως δεν περιγράφουν μια αγορά, πρακτικά περιγράφουν κάτι πολύ συγκεκριμένο προκειμένου να βγει ένας πολύ συγκεκριμένος νικητής. Κανένα πρόβλημα και με αυτό. Όμως εν προκειμένω, ο νικητής δεν ορίζεται ως ρούμι.
Το ελληνικό ράφι
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Bumbu The Original κυκλοφορεί στους 40% αλκοολικούς βαθμούς, περνάει τον αλκοολικό πήχη, κόβεται όμως στη ζάχαρη. Κι όμως, στο Skroutz, στο BestPrice και στις μισές ελληνικές ονλάιν κάβες, το βρίσκεις καταχωρημένο κάτω από την κατηγορία «Ρούμι». Ο κόσμος αγοράζει το Bumbu The Original και νομίζει ότι αγοράζει ρούμι, ενώ αγοράζει κάτι άλλο. Είναι σημαντικά 27 γραμμάρια δηλαδή παραπάνω ζάχαρη στο λίτρο; Εσείς θα μου πείτε.
Και κάτι που δεν έχει ειπωθεί αρκετά. Από το 2021 η Pernod Ricard κατέχει μειοψηφικό ποσοστό στη Sovereign Brands, το οποίο αύξησε το 2022, και από το 2024 το Bumbu βρίσκεται στο χαρτοφυλάκιο της Pernod Ricard France. Στη σελίδα του ομίλου, το Bumbu περιγράφεται ως «super-premium Caribbean rum» και το Original ως «rum», σκέτο.
Εδώ δεν μιλάμε πια για ένα ανεξάρτητο brand που τραβάει το σκοινί του μάρκετινγκ, αλλά για έναν από τους δύο μεγαλύτερους ομίλους ποτών του πλανήτη, που γνωρίζει τον Κανονισμό 2019/787 όσο λίγοι, και επιλέγει να χρησιμοποιεί έναν χαρακτηρισμό που το ίδιο το προϊόν δεν δικαιούται να φέρει στην ετικέτα του. Το ίδιο ισχύει για κάθε κλαδικό σάιτ που αντέγραψε τον τίτλο χωρίς να κατεβάσει το ποντίκι μέχρι το αστεράκι.
Σημειώστε ακόμα πως τον Μάρτιο του 2023 κατατέθηκε στη Δυτική Νέα Υόρκη ομαδική αγωγή (Golston v. Bumbu Rum Company, 1:23-cv-00241) ακριβώς για αυτά: 35% vol, αρωματικά πρόσθετα, και ο όρος «original craft rum». Ο Matt Pietrek αναφέρει ότι η υπόθεση έκλεισε το 2025, δημόσια κατάληξη δεν κατάφερα να εντοπίσω. Ό,τι κι αν συμφωνήθηκε, δεν έγινε γνωστό δημοσίως.
Η ειρωνεία
Το αστείο είναι ότι το brand περιγράφει όλη την αλήθεια στο ίδιο του το όνομα. Το Bumbo ή Bombo ήταν ένα ιστορικό, αλκοολούχο μείγμα που έφτιαχναν οι ναύτες εν πλω με ρούμι ή τζιν, νερό, ζάχαρη και μοσχοκάρυδο, δηλαδή, κατά λέξη, ένα αρωματισμένο μείγμα με βάση το ρούμι και ζάχαρη. Ό,τι είναι δηλαδή το προϊόν.
Είναι προφανές πως κανείς δεν ζητά να φύγει το Bumbu από τα ράφια. Θα ήταν όμως όλα καλύτερα αν ο τίτλος του Δ.Τ. έγραφε «Νο1 super-premium spirit drink στον κόσμο». Μάλιστα, το ίδιο θα πούλαγε και θα ήταν και απολύτως σωστό. Και, να σας πω την αλήθεια, δεν θα είχα ασχοληθεί καν για να γράψω και αυτό το κείμενο. Ακόμη κι αν πουλιέται ως ρούμι από τις εταιρείες διανομής, τις κάβες και κάποια μπαρ.