Τρία χρόνια (και μια ημέρα) – ο νόμος του 1915 που ήθελε να κλείσει τα αποστακτήρια

 


30 Σεπτέμβριος 2026




Όχι, δεν θα εξηγήσω όλες τις τεχνικές διεργασίες που συντελούνται μέσα σε αυτό το διάστημα, οι οποίες και έχουν εν πολλοίς διαμορφώσει το προφίλ του σκοτσέζικου, όπως και του ιρλανδικού, ουίσκι, αλλά θα επαναφέρω μια σχετικά άγνωστη στους περισσότερους ιστορία, γύρω από το πώς πρωτο-δημιουργήθηκε αυτός ο κανόνας, πως θεσπίστηκε ο εν λόγω νόμος του βρετανικού κράτους. Γνωρίζετε ότι τον επινόησε κάποιος που πολεμούσε το ουίσκι; Εγώ πάντως όχι. Ένας καλός φίλος μου το είπε, το έψαξα κι έγραψα το παρακάτω κείμενο!

Ο Ουαλός βουλευτής του Κερνάρφον, υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Άσκουιθ, και αργότερα Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, φαίνεται πως είχε ανοικτούς λογαριασμούς με το αλκοόλ πολύ πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τον πρώτο Μεγάλο Πόλεμο όμως της Ευρώπης βρήκε και το επιχείρημα που του έλειπε. Την άνοιξη του 1915 η Βρετανία διένυε την επονομαζόμενη «Κρίση των Οβίδων». Στη Μάχη του Νεβ Σαπέλ (Neuve Chapelle), τον Μάρτιο, μια επίθεση που ξεκίνησε με αξιώσεις κόλλησε εν μέρει επειδή, όπως εξηγεί στο BBC ο ιστορικός Gerry Oram του Πανεπιστημίου του Swansea, κάθε πυροβόλο έριχνε σε μία μέρα όσες οβίδες χρειάζονταν 17 μέρες για να κατασκευαστούν. Ως εκ τούτου, η παραγωγή δεν πρόφταινε την «κατανάλωση», και στους ενόχους μπήκε το ποτό των εργατών στα εργοστάσια πυρομαχικών και στα ναυπηγεία.

Η αντιπάθεια του Λόιντ Τζορτζ για το αλκοόλ είχε βαθιές ρίζες. Μεγάλωσε στην ουαλική ύπαιθρο από έναν θείο τσαγκάρη και ιεροκήρυκα, μέσα σε ένα θρησκευτικό περιβάλλον που είχε κάνει την εγκράτεια σχεδόν δόγμα. Πολιτικά, οι μεγάλοι ζυθοποιοί στήριζαν τους Συντηρητικούς, άρα η βιομηχανία ποτών ήταν και αντίπαλός του. Ο πόλεμος του έδωσε το τρίτο και πιο πειστικό επιχείρημα: εργάτες με περισσότερα λεφτά στην τσέπη, απουσίες στα ναυπηγεία μετά το Σαββατοκύριακο και οβίδες που δεν έφταναν ποτέ στο μέτωπο.

Ο Λόιντ Τζορτζ το δήλωσε ευθέως. Σε ομιλία του στο ουαλικό Μπάνγκορ, στα τέλη Φεβρουαρίου, ξεκαθάρισε πως «το ποτό μας έκανε μεγαλύτερη ζημιά από όλα τα γερμανικά υποβρύχια μαζί». Λίγες εβδομάδες μετά, μπροστά στους εργοδότες των ναυπηγείων, μίλησε για τρεις εχθρούς, «Πολεμάμε τη Γερμανία, την Αυστρία και το ποτό και απ’ όσο βλέπω, ο μεγαλύτερος από τους τρεις θανάσιμους εχθρούς είναι το ποτό». Έπεισε ακόμα και τον Γεώργιο Ε΄ να κόψει το αλκοόλ στα ανάκτορα για όσο κρατούσε ο πόλεμος.

Ο Λόιντ Τζορτζ προφανώς και επιθυμούσε να εφαρμόσει καθολική απαγόρευση, μια βρετανική ποτοαπαγόρευση, όμως για κακή του τύχη δεν κατάφερε να την «περάσει». Ως εναλλακτικό αυτής εξετάστηκε κάποια στιγμή και το ενδεχόμενο κρατικοποίησης της βιομηχανίας ποτών, αλλά οι αποζημιώσεις υπολογίστηκαν περίπου στα 225 εκατομμύρια λίρες, κι έτσι το θέμα έκλεισε, ουσιαστικά πριν καν ανοίξει. Μέτρα ελήφθησαν και εφαρμόστηκαν: μπήκε ωράριο στις παμπ με υποχρεωτικό διάλειμμα μέσα στη μέρα, απαγορεύτηκε το κέρασμα (!), αυξήθηκαν οι φόροι, ενώ ψηφίστηκε και ο Immature Spirits (Restriction) Act. Ο νόμος όριζε ότι κανένα απόσταγμα, εγχώριο ή εισαγόμενο, δεν θα πουλιόταν στη βρετανική αγορά αν δεν είχε πρώτα παραμείνει σε κρατική αποθήκη υπό τελωνειακό έλεγχο για τουλάχιστον τρία χρόνια. Για τον πρώτο χρόνο επιτρεπόταν η κυκλοφορία στα δύο, με πρόσθετο φόρο, κυρίως επειδή οι αποσταγματοποιοί της βόρειας Ιρλανδίας δεν είχαν χώρο για τόσο απόθεμα. Το τριετές όριο ίσχυσε πλήρως από τον Μάιο του 1916, λίγους μήνες πριν ο Λόιντ Τζορτζ ανέλαβε τον πρωθυπουργικό θώκο.

Σημειώστε πως ο νόμος απαιτούσε παραμονή σε αποθήκη, όχι σε βαρέλι, πόσο μάλλον δρύινο. Η υποχρέωση αυτή της παλαίωσης σε (δρύινο) βαρέλι θεσπίστηκε πολλές δεκαετίες αργότερα. Βεβαίως, στην περίπτωσή μας, από τη στιγμή που το απόσταγμα ήταν δεσμευμένο, το αποθήκευαν σε βαρέλι.

Το σκεπτικό του Λόιντ Τζορτζ φυσικά προερχόταν από το κίνημα της εγκράτειας (Temperance Movement), το οποίο υποστήριζε ότι το νεαρό απόσταγμα μεθάει περισσότερο (!) από το παλαιωμένο. Η υπόθεση δεν στηριζόταν πουθενά, όμως μέσα στον κλάδο ελάχιστοι είχαν οποιονδήποτε λόγο για να διαφωνήσουν. Οι σοβαροί παραγωγοί παλαίωναν ήδη το ουίσκι τους. Δίπλα τους κυκλοφορούσε απόσταγμα κατευθείαν από τον άμβυκα και φτηνά blends γεμάτα με απόσταγμα grain, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις χαλούσαν τη φήμη όλων. Ο Jon Tregenna του ουαλικού αποστακτηρίου Penderyn το περιγράφει στο BBC αρκετά γλαφυρά: ο νόμος φόρτωσε κόστος και οργανωτικό βάρος στα αποστακτήρια, έβγαλε όμως από τη μέση τους επιτήδειους και έδωσε στο ουίσκι φήμη προϊόντος ποιότητας. Για τους μεγάλους blenders, που είχαν ήδη αποθέματα παλαιωμένου ουίσκι, σήμαινε επιπλέον λιγότερους ανταγωνιστές.

Βραχυπρόθεσμα ο Λόιντ Τζορτζ πέτυχε αυτό που ήθελε, αφού αρκετά σκοτσέζικα αποστακτήρια δεν κατάφεραν να «βγάλουν» τον πόλεμο. Στον μεσοπόλεμο όμως το παλαιωμένο ουίσκι έχτισε όνομα και ο κλάδος ανέκαμψε, παρά την ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ. Ο νόμος παρέμεινε και ισχύει σήμερα και για το σκοτσέζικο και για το ιρλανδικό ουίσκι, ενώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση  υιοθέτησε το ίδιο όριο για κάθε ουίσκι που παράγεται στην επικράτειά της.

Τα τρία χρόνια δεν αντιστοιχούν σε κάτι αντικειμενικά αποδεδειγμένο. Σε καινούριο βαρέλι, πρώτης χρήσης ή στα επονομαζόμενα STR, το μεγαλύτερο μέρος της τραχύτητας του νεαρού αποστάγματος φεύγει πράγματι μέσα στην πρώτη τριετία, καθώς υποχωρούν οι πτητικές και οι θειούχες ενώσεις και το ξύλο εκχυλίζει σε αυτό βανιλίνη και λακτόνες. Σε βαρέλι που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές, η ίδια δουλειά μπορεί να θέλει πολλά περισσότερα.

Παρόλα αυτά, ο εν λόγω νόμος, έχει γίνει πλέον σήμα-κατατεθέν, όχι μόνο του σκοτσέζικου, αλλά και του ουίσκι εν γένει, ένα από τα αγαπημένα στοιχεία του συνολικού αφηγήματός του και οι λίγες φωνές στη βιομηχανία που ζητούν να καταργηθεί, είναι στην πραγματικότητα πολύ ασθενείς για να έχουν αντίκτυπο. Αν μάλιστα κοιτάξετε τα νούμερα της τελευταίας πενταετίας σε κατανάλωση (πέφτει), αποθέματα (γιγαντώνονται) και εργασίες (αναστέλλονται ή περιορίζονται), η κατάργηση ενός τέτοιου νόμου θα ωφελούσε ίσως λίγο και προσωρινά, μόνο τα μικρά ή/και νεότευκτα αποστακτήρια και καθόλου τους «μεγάλους» με το τεράστιο στοκ. Συνεκδοχικά, δεν πρόκειται να εφαρμοστεί ποτέ!

Κοντολογίς, τον πιο γνωστό ίσως κανόνα του ουίσκι τον έγραψε ένας άνθρωπος που ήθελε να κλείσουν τα αποστακτήρια. Ο νόμος του επιβίωσε από δύο παγκόσμιους πολέμους, την αμερικανική ποτοαπαγόρευση και αρκετές κρίσεις του κλάδου, και σήμερα τον υπερασπίζονται πρώτοι απ’ όλους εκείνοι που ήθελε να βγάλει από τη μέση (!).

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS