Το κονιάκ ξεριζώνει ξανά τ’ αμπέλια του

 


09 Οκτώβριος 2026




Στο Κονιάκ ανέκαθεν είχαν ως σύμμαχο την υπομονή, την εγκαρτέρηση, τον σχεδιασμό με ορίζοντα δεκαετίας. Μετά την οινοποίηση και την απόσταξη, τα αποστάγματα κλείνονταν σε δρύινα βαρέλια, κι αν εξαιρέσετε αυτά που έβγαιναν νωρίς, η πλειονότητά τους αξιοποιείτο μετά τη δεκαετία. Γι’ αυτό λοιπόν τα συμβόλαια με τους παραγωγούς συνήθως «κλείνονταν» για πολλές σοδιές μπροστά, γι’ αυτό η αξιοποίηση αμπελοτεμαχίων θεωρείται μακροχρόνια και ακριβή επένδυση, γι’ αυτό —μεταξύ άλλων— το κονιάκ υπήρξε πάντα εκ των πλέον ακριβών αποσταγμάτων, γιατί εκμεταλλευόταν αυτόν ακριβώς τον χρόνο προς ιδίο όφελος. Αυτό σήμερα δείχνει πως γυρίζει μπούμπερανγκ. Η παγκόσμια βιομηχανία των αποσταγμάτων παρουσιάζει πτώση τα τελευταία χρόνια, το κονιάκ συγκεκριμένα όμως φαίνεται πως επηρεάζεται περισσότερο από κάθε άλλη.

Τα νούμερα

Τη σεζόν Αυγούστου 2021 – Ιουλίου 2022 το Κονιάκ έστειλε σε όλο τον κόσμο 222,1 εκατομμύρια φιάλες, με τζίρο 3,8 δισ. ευρώ. Αυτό υπήρξε το απόγειο των τελευταίων δεκαετιών. Το 2025, σύμφωνα με το BNIC (τη διεπαγγελματική οργάνωση της περιοχής), οι αποστολές έπεσαν στις 141 εκατομμύρια φιάλες, 15,1% κάτω από το 2024. Η αξία έπεσε στα 2,24 δισ., μείον 25,3%.

Εντάξει, οι δύο περίοδοι δεν μετριούνται με τον ίδιο τρόπο, η πρώτη είναι εμπορική χρονιά, η δεύτερη ημερολογιακή, η αληθινή όμως και ρεαλιστική αποτίμηση δεν μπορεί να αφήσει περιθώρια παρερμηνείας. Σε τρία χρόνια χάθηκαν περίπου 80 εκατομμύρια φιάλες και πάνω από ενάμισι δισεκατομμύριο ευρώ. Και καθώς περίπου το 97% της αξίας, ανέκαθεν καταναλώνετο εκτός Γαλλίας, κάθε κραδασμός στο διεθνές εμπόριο φθάνει κατευθείαν και στα αμπέλια.

Εν προκειμένω, το πρόβλημα έχει δύο ονόματα: Κίνα και Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Κίνα το κονιάκ βρέθηκε στη μέση μιας διαμάχης για αυτοκίνητα. Όταν η ΕΕ αύξησε τους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, το Πεκίνο απάντησε με έρευνα τύπου anti-dumping στο ευρωπαϊκό μπράντι. Τον Ιούλιο του 2025 επέβαλε οριστικούς δασμούς έως 34,9% για πέντε χρόνια. Κατά το spiritsEUROPE, ο μέσος όρος είναι 32,2%. Οι μεγάλοι όμιλοι, ανάμεσά τους η Pernod Ricard (Martell) και η Rémy Cointreau, εξαιρέθηκαν, με αντάλλαγμα τη δέσμευση για ελάχιστη τιμή εξαγωγής. Γλίτωσαν τον δασμό, αλλά όχι την ακριβότερη φιάλη. Το 2025 η Άπω Ανατολή (Κίνα και Σιγκαπούρη μαζί στη στατιστική του BNIC) έπεσε κατά 20,5%, στα 37,7 εκατ. φιάλες.

Στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη αγορά του κονιάκ, ισχύει δασμός 15% σε όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Μαζί με την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, οι τιμές στο ράφι ανέβηκαν περίπου 30%. Η ζώνη ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικού έχασε το 2025 19,4% σε όγκο (56,9 εκατ. φιάλες) και 34% σε αξία. Το στενάχωρο είναι πως τον Ιούλιο του 2026 η Ουάσινγκτον κατήργησε τους δασμούς στο βρετανικό ουίσκι. Το κονιάκ δεν είχε την ίδια τύχη.

Το παράδοξο της αποθήκης

Το κονιάκ έχει μια μεγάλη διαφορά με το ουίσκι, σε αντίθεση με το απόσταγμα δημητριακών, στο απόσταγμα οίνου οι αμπελώνες δεν σταματούν να παράγουν επειδή έκλεισαν οι αγορές. Το 2025 η σοδειά αντιστοιχούσε σε 252,9 εκατομμύρια φιάλες, την ώρα που πουλήθηκαν 141. Στα κελάρια ωριμάζουν περίπου 2,2 δισεκατομμύρια φιάλες σε ισοδύναμο.

Κάθε χρόνο το BNIC ορίζει πόσο απόσταγμα επιτρέπεται να αποδώσει κάθε εκτάριο αμπελιού που προορίζεται για κονιάκ. Είναι κάτι σαν πλαφόν παραγωγής, που μετριέται σε εκατόλιτρα καθαρού αλκοόλ. Τον φετινό Ιανουάριο το όριο για το 2026 έμεινε στα 7,65 εκατόλιτρα ανά εκτάριο, όσο και πέρσι. Με έναν πρόχειρο λογαριασμό, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 2.700 φιάλες κονιάκ των 40% από κάθε εκτάριο, πριν από το μερίδιο των αγγέλων. Η απόφαση όμως δεν βγήκε επειδή το ζητούσε η αγορά. Ήταν συμβιβασμός ανάμεσα στους αμπελουργούς και στους οίκους που αγοράζουν τα αποστάγματά τους. Ένας αμπελουργός το συνόψισε στον τοπικό Τύπο με μια φράση που λέει περισσότερα από κάθε πίνακα: «Πουλάμε 5,5 και μας ζητούν να παράγουμε 7,65». Με απλά λόγια, οι αγοραστές του απορροφούν περίπου το 70% από όσα δικαιούται να βγάλει. Το υπόλοιπο μένει στο κελάρι του, και κανείς δεν ξέρει πότε ή αν θα πουληθεί.

Γι’ αυτό λοιπόν η περιοχή κατέφυγε στη λύση που κάθε αμπελουργός τρέμει, η οποία όμως έχει συμβεί και στο παρελθόν σε αντίστοιχες κρίσεις, η εκρίζωση των αμπελιών. Πληρώνει, με άλλα λόγια, παραγωγούς για να βγάλουν τα κλήματα από το χώμα, ώστε να μειωθεί η παραγωγή. Σε αυτήν την περίπτωση, οι δρόμοι είναι δύο. Υπάρχει η επιλογή του μόνιμου ξεριζώματος, κατά την οποία τα κλήματα φεύγουν και ο αμπελουργός χάνει οριστικά το δικαίωμα να ξαναφυτέψει. Η αποζημίωση φθάνει τα 10.000 ευρώ ανά εκτάριο: τα 4.000 τα δίνει το γαλλικό κράτος και τα 6.000 το BNIC, δηλαδή στην ουσία οι ίδιοι οι παραγωγοί μέσω των εισφορών τους. Όσοι μένουν πληρώνουν για να φύγουν κάποιοι από τους γείτονές τους.

Στο προσωρινό, ο αμπελουργός ξεριζώνει τώρα, απαγορεύεται να ξαναφυτέψει για πέντε χρόνια, αλλά κρατά το δικαίωμα. Παίρνει 4.500 ευρώ το εκτάριο, 3.000 με την εκρίζωση και 1.500 όταν συμπληρωθεί η πενταετία. Ένα στοίχημα, ουσιαστικά, πως ως τότε η ζήτηση θα έχει επιστρέψει.

Όμως η εκρίζωση κοιτάζει μπροστά, στις σοδειές που δεν θα γίνουν ή καλύτερα σε έναν εξορθολογισμό της μελλοντικής παραγωγής, μια αναδιάρθρωση του αμπελώνα. Μένει το ερώτημα τι γίνεται με όσες έχουν ήδη συμφωνηθεί. Γιατί οι περισσότεροι αμπελουργοί στο Σαράντ δεν πουλούν κονιάκ, πουλούν ως επί το πλείστον απόσταγμα στους μεγάλους οίκους, και πολύ συχνά με συμβόλαια που δεσμεύουν και τις δύο πλευρές για χρόνια. Όσο η αγορά μεγάλωνε, αυτά τα συμβόλαια αποτελούσαν ασφάλεια για όλους. Όταν γύρισε και η αγορά άρχισε να συρρικνώνεται κάποιος έπρεπε να σηκώσει το βάρος.

Η Sazerac στο δικαστήριο

Στις αρχές του 2026 η Sazerac de Segonzac, γαλλική θυγατρική του αμερικανικού ομίλου Sazerac (του ίδιου που έχει το Buffalo Trace και πολλά πολλά άλλα ποτά), τερμάτισε πολυετή συμβόλαια προμήθειας eaux-de-vie με αμπελουργούς του Σαράντ. Επικαλέστηκε υπεραποθέματα, την πτώση της παγκόσμιας κατανάλωσης, την κλιματική αλλαγή και βέβαια τις εμπορικές εντάσεις. Κατά την εταιρεία, η εκτέλεση των συμβολαίων είχε γίνει πρακτικά αδύνατη.

Περίπου σαράντα αμπελουργοί, με τη στήριξη της UGVC (του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου στο Κονιάκ), προσέφυγαν στο εμπορικό δικαστήριο της Angoulême. Στα τέλη Σεπτεμβρίου το δικαστήριο τους δικαίωσε και υποχρέωσε την εταιρεία να συνεχίσει να εκτελεί τα συμβόλαια. Για κάποια κτήματα, η απόφαση εξασφαλίζει έως και τέσσερις ακόμη σοδειές. Η UGVC μίλησε για «βίαιη» καταγγελία και για απόφαση που επιβεβαιώνει ότι ένα συμβόλαιο δεν μπορεί να ακυρωθεί επειδή γύρισε η αγορά. Η Sazerac απάντησε ότι η αγορά έχει χειροτερέψει σε πρωτοφανή βαθμό, ότι έχει ήδη κλείσει φιλικούς διακανονισμούς με άλλους περίπου σαράντα παραγωγούς, και ότι θα ασκήσει έφεση.

Η άλλη πλευρά

Θα ήταν εύκολο —και βολικό— να σταθούμε απλώς στην πλευρά των παραγωγών και να παρομοιάσουμε τη διαμάχη με εκείνη του Δαβίδ με τον Γολιάθ, πάντα όμως οφείλουμε να μπαίνουμε στα παπούτσια και των δύο πλευρών, ειδικά στην περίπτωσή μου που ως παρατηρητής/σχολιαστής της βιομηχανίας επιθυμώ να καταγράψω συνολικά τα γεγονότα εκφέροντας και άποψη. Το επιχείρημα της Sazerac δεν είναι κενό. Τα συμβόλαια υπογράφηκαν σε χρόνια ανάπτυξης, για κονιάκ που θα έβγαιναν στην αγορά σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Κανείς δεν προέβλεψε ότι ένας εμπορικός πόλεμος για ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα έκλεινε την πόρτα της δεύτερης μεγαλύτερης αγοράς. Αν ένας αγοραστής υποχρεωθεί να γεμίζει αποθήκες με απόσταγμα που δεν μπορεί να πουλήσει, το πρόβλημα απλώς αλλάζει χέρια. Οπότε, συνήθως, η επίπτωση του προβλήματος θα πρέπει να διαμοιραστεί μεταξύ των πλευρών. Αυτό μάλλον θα αποφασιστεί στην έφεση.

Το κονιάκ έχει ξαναβρεθεί σε τέτοια θέση, και μάλιστα όχι μία φορά. Στα τέλη του 19ου αιώνα η φυλλοξήρα αφάνισε τον αμπελώνα του και η περιοχή αναγκάστηκε να ξαναφυτέψει σχεδόν από την αρχή. Τη δεκαετία του ‘90 οι εξαγωγές λύγισαν, και με την ασιατική κρίση του 1997 έπεσαν κατά 20% μέσα σε μία μόνο χρονιά. Το σχέδιο που συζητούσαν τότε ήταν η εκρίζωση 12.000 εκταρίων, σχεδόν όσα στοχεύει και το σημερινό προσωρινό πρόγραμμα και μάλιστα με μικρότερο συνολικό αμπελώνα. Ακολούθησαν επιδοτήσεις για να μετατραπούν αμπέλια του κονιάκ σε ποικιλίες για κρασί, με πρόγραμμα που έφτανε ως το 2006. Λίγα χρόνια αργότερα, το κονιάκ ζούσε τη μεγαλύτερη άνθηση της σύγχρονης ιστορίας του. Ο αμπελώνας μεγάλωσε ξανά, κατά 13.000 περίπου εκτάρια από το 2010 και μετά, ώσπου έφτασε στο ρεκόρ των 222 εκατομμυρίων φιαλών.

Έχει επιβιώσει λοιπόν από χειρότερες καταστάσεις και κάθε φορά ακολουθείται το ίδιο μοτίβο, φυτεύει στην άνοδο, ξεριζώνει στην πτώση και μοιράζονται όλες οι πλευρές τη διαφορά. Σημάδια για την επόμενη μέρα υπάρχουν. Τη σεζόν 2024-25 οι «μικρότερες» αγορές, πέρα από ΗΠΑ, Κίνα και Ευρώπη, αυξήθηκαν σχεδόν 20%, στα 17,5 εκατομμύρια φιάλες. Τον Ιανουάριο η ΕΕ συμφώνησε με την Ινδία για τους δασμούς, και κάποιοι οίκοι, όπως ο Camus, βλέπουν ήδη ανάκαμψη στις πωλήσεις τους. Ο ίδιος ο Camus όμως προειδοποιεί ότι οι χαμηλές αποστολές θα μας συνοδεύσουν για καιρό. Οι κινεζικοί δασμοί, άλλωστε, ισχύουν ως το 2030. Σε κάθε περίπτωση το αγαπημένο μου απόσταγμα διάγει μέρες δύσκολες και επίπονες, όπως και αρκετές ακόμη κατηγορίες, με τις οποίες όμως και τις ιδιαιτερότητές τους θα ασχοληθώ σε άλλο κείμενο.

  Insights     Cognac  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS