Έχω μιλήσει —και γράψει— ουκ ολίγες φορές για τη σημασία των μπαρ, των παμπ και των καφέ για την καθημερινότητα των κατοίκων μιας οποιασδήποτε γειτονιάς, απλώς και μόνο η ύπαρξη και η σταθερή λειτουργία τους ως αντίβαρο στη βάναυση αποξένωση που ο σύγχρονος άνθρωπος υφίσταται· καταφύγιο, σημείο συνάντησης, κόμβος κοινωνικοποίησης και δεκάδες ακόμη ρόλους επιτελούν εδώ και αιώνες. Όταν μάλιστα αυτά τα χαρακτηριστικά τους αναδεικνύονται από κάποιο συγκεκριμένο, ακόμη και φανταστικό εν προκειμένω, μπαρ, αμέσως σπεύδω να το παραθέσω, να το περιγράψω, να προσθέσω το λιθαράκι μου για να περάσει στην αιωνιότητα σε οποιοδήποτε επίπεδο. Η Crown & Anchor συμβάλλει καταλυτικά στην εξέλιξη του Ted Lasso, της πιο αισιόδοξης ίσως σειράς που στρίμαρε τα τελευταία χρόνια σε κάποια πλατφόρμα, όμως την ίδια στιγμή, προβάλλει και αρκετά από τα τυπικά, προαναφερθέντα χαρακτηριστικά των μπαρ και ως εκ τούτου, με την ολοκλήρωση και της 4ης σεζόν, χρωστούσα ένα αφιέρωμα.
Η Crown & Anchor είναι αληθινή μόνο κατά το ήμισυ. Υπάρχει ως τοποθεσία στο λονδρέζικο Ρίτσμοντ, λειτουργεί ως παμπ, μόνο που έχει διαφορετικό όνομα, λέγεται The Prince’s Head. Μάλιστα όλα τα εξωτερικά πλάνα της σειράς Ted Lasso έχουν γυριστεί εκεί, το εκμυστηρεύτηκε ο Paul Cripps, production designer της πολυβραβευμένης παραγωγής, σε επεισόδιο podcast που παρακολούθησα. Όσο για τα εσωτερικά πλάνα, αυτά γυρίστηκαν σε στούντιο, του οποίου τα σκηνικά σχεδόν αντέγραψαν τους αντίστοιχους εσωτερικούς χώρους του The Prince’s Head.
Προσέξτε τι ιστορία έχουν τα μπαρ στο Ηνωμένο Βασίλειο: οι ρίζες της The Prince’s Head εντοπίζονται στο 1705, χρονιά έναρξης της λειτουργίας της. Εκείνα τα χρόνια μάλιστα, και μέχρι το 1778, ονομαζόταν The Duke of Ormonde’s Head και αργότερα The Duke’s Head, προς τιμήν του Τζέιμς Μπάτλερ, 2ου Δούκα του Όρμοντ (1665–1745). Η παμπ The Prince’s Head έχει καταφέρει κι έχει αντέξει μέχρι σήμερα, περισσότερο από τρεις αιώνες αργότερα, παρόλο που πλέον δεν είναι ανεξάρτητη, ανήκει στην εταιρεία Fuller’s. Αν σας θυμίζει κάτι το όνομα, δεν σας αδικώ, είναι το ίδιο brand με το ομώνυμο ιστορικό ζυθοποιείο. Και για να είμαι πιο ακριβής, αναφέρομαι στην Fuller, Smith & Turner, η οποία αν και εισηγμένη στο χρηματιστήριο, είναι ουσιαστικά μια οικογενειακή εταιρεία με μετόχους, εκμετάλλευσης και διαχείρισης παμπ, με περισσότερα από 380 σημεία σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο κάτω από την ομπρέλα της. Όσο για το ζυθοποιείο, η Fuller’s το πούλησε το 2019 στην ιαπωνική Asahi και αποφάσισε να επικεντρωθεί στις παμπ.
Ας επιστρέψω όμως στην τηλεοπτική Crown & Anchor του Ted Lasso, η οποία κάνει την εμφάνισή της πολύ νωρίς, από την πρώτη κιόλας σεζόν. Πρακτικά, η πρώτη σκηνή που γυρίζεται εκεί δείχνει τόσο τον χαρακτήρα και τη συνεισφορά της στη σειρά όσο και τη θέση των παμπ εν γένει στην καθημερινότητα των Βρετανών. Σε εκείνη τη σκηνή γίνεται και η γνωριμία με την ιδιοκτήτριά της, τη Μέι. Ο Ted Lasso είχε νωρίτερα τη φαεινή ιδέα να θέσει στη διάθεση των παικτών που προπονούσε ένα κουτί όπου μέσα θα έβαζε ο καθένας από μία πρόταση. Ο Ted αποφασίζει μαζί με τον βοηθό του, κόουτς Beard, να βρεθούν μετά την προπόνηση στην Crown & Anchor για να διαβάσουν αυτές τις προτάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες είναι χλευαστικές προς το πρόσωπο του πρώτου, αρκετές εξ αυτών μάλιστα τον αποκαλούν «μαλάκα» (wanker), μια λέξη άγνωστη στον Αμερικανό κόουτς. Η Μέι σπεύδει να εξηγήσει τι ακριβώς είναι ο ‘’wanker’’ κουνώντας χαρακτηριστικά το χέρι της…
Η Crown & Anchor παρουσιάζει όλα εκείνα τα αρχετυπικά στοιχεία των παμπ, τα οποία λάμπουν στο Ted Lasso. Είναι μια τυπική παμπ γειτονιάς, όπου μαζεύεται κόσμος και κοινωνικοποιείται, παρακολουθεί τους εκτός έδρας κυρίως ποδοσφαιρικούς αγώνες της ομάδας του και πανηγυρίζει ξέφρενα στις νίκες —ή στεναχωριέται στις ήττες της—, παίζει βελάκια, η μπίρα ρέει άφθονη, ενώ στα της σειράς, αποτελεί το σκηνικό όπου οι ήρωες ξεδιπλώνουν όσα δεν χωράνε σε άλλους, πιο «σφιχτούς» ή επιτηδευμένους χώρους. Είναι ο χώρος που ο Ted βρίσκει καταφύγιο ή πέφτει σε περισυλλογή, είναι ο χώρος που ο κόουτς Beard πάει να πνίξει τη στενοχώρια του μετά το Wembley.
Εκεί η τριάδα των χαρακτηριστικών θαμώνων —Baz, Jeremy και Paul— κρίνει κάθε επιλογή του προπονητή σαν να ήταν δική της υπόθεση. Μείνετε μέχρι το τέλος του κειμένου, οι τρεις τους, που θυμίζουν τον «χορό» του αρχαιοελληνικού δράματος, συμμετέχουν και σε ένα πολύ αισιόδοξο plot twist.
Είναι όμως και η παμπ που ξεδιπλώνεται ο χαρακτήρας της Μέι, η οποία έρχεται πιο κοντά σε αυτό που λέμε πρωταγωνίστρια στην 4η σεζόν: λιγομίλητη, απότομη, με το ένστικτο ενός παλιού μπάρμαν (προσέξτε το αρχετυπικό του επαγγελματικού ρόλου) που ξέρει πότε να γεμίσει ένα ποτήρι και πότε να πει την κουβέντα που χρειάζεται.
Για να καταλάβει κανείς τι κάνει η Crown & Anchor μέσα στη σειρά, αρκεί να προσέξει ποιος είναι ο Ted όταν περνά την πόρτα της, μάλλον κανείς, τουλάχιστον για την ίδια την παμπ είναι ένας ακόμη θαμώνας. Ο προπονητής μιας ομάδας της Premier League, που στο γήπεδο τον βρίζουν και στις εφημερίδες τον θάβουν, στέκεται στην μπάρα όπως όλοι οι άλλοι. Περιμένει την μπίρα του από τη Μέι και τρώει τα πειράγματα των Baz, Jeremy και Paul χωρίς να διαθέτει κανένα προνόμιο. Αυτή η εξίσωση, ο εκδημοκρατισμός, είναι ίσως το πολυτιμότερο που προσφέρει μια παμπ, και δεν το κάνει μόνο στη μυθοπλασία, αλλά και στην αληθινή ζωή.
Έχω αναφέρει πολλές φορές σε κείμενά μου τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Ray Oldenburg και τον «τρίτο τόπο» του για χώρους που δεν είναι ούτε σπίτι ούτε δουλειά, όπου οι ρόλοι χαλαρώνουν και ο καθένας μετράει για την παρέα του κι όχι για τον τίτλο του. Οι δημιουργοί της σειράς προφανώς το γνώριζαν καλά, άλλωστε και για την πλειονότητα των Βρετανών οι παμπ κρατούν ένα σημαντικό κομμάτι της καρδιάς τους για λόγους παρόμοιους με εκείνους που έγραψε ο Oldenburg. Έτσι και η παμπ του Ted Lasso είναι απλώς μια παμπ, τίποτα το σπέσιαλ ή διαφορετικό, γι’ αυτό και τη βάφτισαν Crown & Anchor —ένα από τα κλασικά ονόματα παμπ στη Βρετανία, που παραπέμπει στο σήμα των υπαξιωματικών του Βασιλικού Ναυτικού και που διάλεγαν συχνά απόστρατοι ναυτικοί όταν άνοιγαν το δικό τους μαγαζί— κι όχι με το πιο ασυνήθιστο The Prince’s Head. Μάλιστα σε μια εποχή σαν τη δικιά μας, όπου οι περισσότεροι κοινωνικοποιούνται μέσα από οθόνες, πολλοί εργάζονται από το σπίτι και παραγγέλνουν φαγητό από το κινητό, η ανάγκη για τέτοιους χώρους έχει μεγαλώσει.
Κι όμως, οι παμπ περνούν ίσως τα πιο δύσκολα χρόνια της ιστορίας τους. Σύμφωνα με τη British Beer and Pub Association, μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2026 έκλεισαν 161 παμπ σε Αγγλία, Σκοτία και Ουαλία —σχεδόν δύο την ημέρα, 26% περισσότερες απ’ ό,τι την ίδια περίοδο του 2025—, ενώ μέσα σε μια πενταετία ο συνολικός τους αριθμός έπεσε από 46.829 σε 44.656. Η επικεφαλής της ένωσης, Emma McClarkin, επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι η κίνηση, τα μαγαζιά δουλεύουν, όμως τα κέρδη τα εξαφανίζουν η φορολογία και τα κόστη. Ενδεικτικά, μία στις τρεις λίρες που ξοδεύει κανείς σε μια παμπ καταλήγει σε φόρους. Και βέβαια, αν θέλετε το πιστεύετε, ούτε η Prince’s Head έμεινε ανεπηρέαστη. Όπως αποκάλυψε ο Paul Cripps στο ίδιο podcast, κάποια στιγμή στη διάρκεια των γυρισμάτων η παμπ βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση που παραλίγο να κλείσει. Η παραγωγή τότε της παραχώρησε υπογεγραμμένο merchandise της σειράς για να το αξιοποιήσει και να σταθεί ξανά στα πόδια της. Από τις λίγες φορές που η μυθοπλασία ξεπλήρωσε το χρέος της στον τόπο που τη φιλοξένησε.
Θα μπορούσε, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι η τηλεοπτική δόξα αποτελεί πολλές φορές δίκοπο μαχαίρι για μια παμπ γειτονιάς. Η μικρή παμπ του Ρίτσμοντ γέμισε τουρίστες με φανέλες της AFC Richmond και κινητά στο χέρι, και έγινε στάση σε οργανωμένες θεματικές περιηγήσεις. Δεν ενθουσιάστηκαν όλοι οι ντόπιοι, ένας κάτοικος της περιοχής δήλωσε στο CNN ότι προτιμά την παμπ της διπλανής πόρτας. Μια παμπ που μετατρέπεται σε αξιοθέατο κινδυνεύει να χάσει ακριβώς αυτό που την έκανε άξια προσοχής. Ο Reece Kent, που ανέλαβε τη διεύθυνσή της το 2022, φαίνεται να το έχει καταλάβει, όσο συναρπαστικό κι αν είναι να είσαι στο Ted Lasso, έχει θαμώνες που πίνουν εκεί εδώ και πενήντα χρόνια. Οι τουρίστες έρχονται και φεύγουν. Αυτοί που κρατούν μια παμπ ζωντανή είναι όσοι επιστρέφουν κάθε βράδυ. Πόσες φορές δεν το έχουμε δει και στα δικά μας κλασικά, υπεραιωνόβια μπαρ; Πόσες φορές δεν έχουμε βλαστημήσει που το τάδε ήσυχο μπαρ, στο οποίο συναντούσες τους ίδιους (ήσυχους) θαμώνες κάθε βράδυ, γέμισε ξαφνικά μετά από μερικά δημοσιεύματα ή μετά από ποσταρίσματα ινφλουένσερ, τύπους με κινητά που ήθελαν να ποστάρουν κι αυτοί τη μαγική αυτή πατίνα του χρόνου που τόσο εύγλωττα αποτυπώνεται στους τοίχους του;
Πάντως το φινάλε της τέταρτης σεζόν φέρνει τη νομοτελειακή δικαιοσύνη στο σύμπαν των παμπ. Στο ένατο επεισόδιο η Μέι ταξιδεύει με το λεωφορείο της γυναικείας ομάδας, μπαίνει στα αποδυτήρια και εξομολογείται στις παίκτριες ότι κάποτε ονειρευόταν να γίνει κι εκείνη ποδοσφαιρίστρια, μια δυνατότητα που στα χρόνια της απλώς δεν υπήρχε για τις γυναίκες. Πανηγυρίζει τη νίκη στην κερκίδα και λίγο αργότερα καταρρέει. Στο τελευταίο επεισόδιο ανοίγει η διαθήκη της και έρχεται το plot twist που σας υποσχέθηκα: η Μέι αφήνει την Crown & Anchor στους Baz, Jeremy και Paul, τους πιο πιστούς της θαμώνες. Ο «χορός» περνά πίσω από την μπάρα. Γιατί νομοτελειακό, γιατί δίκαιο; Γιατί μια παμπ, στην πραγματικότητα, δεν ανήκει σε όποιον έχει το όνομά του στο συμβόλαιο, αλλά σε όσους τη γεμίζουν. Η Μέι, έστω και μυθοπλαστικά, το γνώριζε και φρόντισε να το κατοχυρώσει. Κι αν αυτό μοιάζει με τηλεοπτικό ρομαντισμό, αξίζει να θυμηθούμε ότι στη Βρετανία λειτουργούν σήμερα αρκετές παμπ που αγόρασαν οι ίδιοι οι κάτοικοι, για να μη χάσουν το στέκι τους. Έτσι και το τηλεοπτικό Ted Lasso έδωσε στη δική του παμπ τη μόνη κατάληξη που της ταίριαζε, την άφησε στους ανθρώπους της.