Ένα (ακόμη) αποστακτήριο σβήνει τους άμβυκές του, ένα άλλο περνά σε καθεστώς διαχείρισης, έχουν προηγηθεί αρκετά που μείωσαν ή πάγωσαν την παραγωγή τους, ενώ στο μεγαλύτερο αποστακτήριο grain της Ευρώπης οι εργαζόμενοι κατεβαίνουν σε απεργία. Τι συμβαίνει στη Σκοτία και πόσο σοβαρό είναι;
Σας έχω ζαλίσει τις τελευταίες μέρες —ίσως και μήνες— με την ανησυχητική εικόνα και κατάσταση που επικρατεί σε αρκετές κατηγορίες αποσταγμάτων. Οι ειδήσεις από τη Σκοτία καταφθάνουν η μία πίσω από την άλλη και δεν είναι από κείνες που μας είχαν συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια, σίγουρα μάλιστα δεν είναι ειδήσεις που κανείς θα διάβαζε ευχάριστα και με ένα δράμι στο χέρι. Η καθεμιά μόνη της θα μπορούσε να περάσει στα ψιλά και να αποτελεί απλώς κακοδιαχείριση του εκάστοτε αποστακτηρίου. Όμως βαλμένες δίπλα-δίπλα, δημιουργούν μια συνολική εικόνα, ένα πλαίσιο με ανησυχητικές διαστάσεις, μια κατάσταση που μπορεί να χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα, όμως οι ίδιοι οι Σκοτσέζοι δηλώνουν ξεκάθαρα πως έχει δημιουργήσει ένα υπερπλεόνασμα, μια «λίμνη» (loch) από ουίσκι.
Holyrood
Είχε προηγηθεί παύση παραγωγής στο αποστακτήριο Teaninich (δεν γνωρίζω αν επανήλθε, ήταν προγραμματισμένο για τον Ιούνιο του ’26) και η εκ περιτροπής λειτουργία παραγωγής μεταξύ των «αδελφών» αποστακτηρίων Glenglassaugh και BenRiach (Brown Forman). Πολλά ακόμη λειτουργούν εδώ και κάποιους μήνες σε αρκετά μειωμένη παραγωγή. Το αποστακτήριο Holyrood λειτουργεί από το 2019 σε ένα παλιό βικτωριανό κτίριο των σιδηροδρόμων, στους πρόποδες του Arthur’s Seat και όταν άνοιξε υπήρξε το πρώτο λειτουργικό αποστακτήριο Single Malt στο Εδιμβούργο έπειτα από σχεδόν έναν αιώνα! Το αποστακτήριο που έγινε γνωστό για τα πειράματά του με ειδικές βύνες και στελέχη ζύμης, όπως διαβάσαμε στα τέλη Σεπτεμβρίου, σταμάτησε την παραγωγή του επ’ αόριστον. Ο managing director Rob Carpenter φρόντισε να ξεκαθαρίσει ότι η εταιρεία δεν κλείνει. Το brand home μένει ανοιχτό, οι ξεναγήσεις και οι γευσιγνωσίες στο αποστακτήριο συνεχίζονται κανονικά, όμως πότε θα ξαναμπούν σε λειτουργία οι άμβυκες δεν το γνωρίζει ούτε ο ίδιος.
Σημειώστε πως, ιδιαιτέρως για τα μικρά, νέα αποστακτήρια, οι επισκέψεις είναι συχνά σημαντική πηγή εσόδων, αυτό που θα λέγαμε «ουισκο-τουρισμός». Το Holyrood δέχεται ετησίως περί τους 40,000 επισκέπτες, κάτι που αντιστοιχεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα, περίπου στα μισά του έσοδα! Ο Carpenter, θέλοντας ίσως να δικαιολογήσει την απόφαση του brand, εκτίμησε ότι σήμερα η παραγωγική δραστηριότητα του κλάδου κινείται κάπου στο ένα τρίτο του συνηθισμένου, όχι του μέγιστου capacity.
GlenWyvis
Λίγο βορειότερα, στο Dingwall των Highlands, το GlenWyvis γεννήθηκε με μια ιστορία που αγαπήθηκε από την πρώτη μέρα και προσέφερε στην ειδησιογραφία μερικά πολύ ωραία πρωτοσέλιδα. Ιδρύθηκε το 2015 ως το πρώτο αποστακτήριο στον κόσμο που ανήκει εξ ολοκλήρου στην τοπική κοινότητα, με χρήματα από crowdfunding και σήμερα πάνω από 3.800 μέλη. Είχα μάλιστα την ευκαιρία να δοκιμάσω και αρκετές από τις εμφιαλώσεις του στην Ελλάδα. Στις 5 Οκτωβρίου μπήκε σε καθεστώς administration, τη βρετανική διαδικασία αφερεγγυότητας όπου εξωτερικοί διαχειριστές αναλαμβάνουν να σώσουν ή να πουλήσουν την επιχείρηση, επικαλούμενο παρατεταμένη οικονομική πίεση. Η σκοτσέζικη Herald μιλά για χρέη γύρω στα 6 εκατ. λίρες και για απόλυση όλου του προσωπικού.
Η περίπτωση δείχνει καθαρά τις δυσκολίες κάθε νέου αποστακτηρίου, για τις οποίες έχω γράψει επανειλημμένως: Το ουίσκι θέλει χρόνια στο βαρέλι πριν πουληθεί, όσο όμως περιμένουν, πληρώνουν μισθούς, κριθάρι, ενέργεια, βαρέλια και αποθήκες. Τον Φεβρουάριο είχε μπει στο GlenWyvis μια επένδυση 500.000 λιρών ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, για να συνεχίσει να γεμίζει βαρέλια μέχρι να ετοιμαστούν τα πρώτα του δεκάχρονα ουίσκι. Όμως, τα περίπου 870 βαρέλια που ωριμάζουν στις αποθήκες του δεν πρόλαβαν να ρευστοποιηθούν.
Cameronbridge
Στη Σκοτία λειτουργούν αυτή τη στιγμή επτά αποστακτήρια grain. Είναι αυτά που παράγουν το βασικό —και μεγαλύτερο σε όγκο— συστατικό των Blended Scotch Whiskies. Το μεγαλύτερο από αυτά, με δυνατότητα παραγωγής περισσότερα από 100 εκατ. λίτρα καθαρής αλκοόλης, είναι το Cameronbridge στο Fife, σε λειτουργία από το 1824. Από εκεί βγαίνει το grain που μπαίνει σε Johnnie Walker, J&B και Bell’s, αλλά δημιουργείται και η βάση για Smirnoff, Gordon’s και Tanqueray. Τα μέλη του συνδικάτου Unite απεργούν κυλιόμενα από τις 28 Σεπτεμβρίου, ενώ στις 2 Οκτωβρίου ανακοίνωσαν κλιμάκωση, με απεργία όλων των μελών του στις 12, 15, 19 και 22 Οκτωβρίου.
Αιτία, οι περικοπές θέσεων. Το συνδικάτο μιλά για πάνω από 70 θέσεις υπό επανεξέταση σε ένα εργοστάσιο περίπου 200 ατόμων. Η ιδιοκτήτρια εταιρεία Diageo μιλά για έως δέκα θέσεις, από τις οποίες οι δύο ήταν ήδη κενές. Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, είναι η αιτιολόγηση της ίδιας της εταιρείας: οι περικοπές κρίνονται αναγκαίες επειδή η Diageo διατηρεί μειωμένους όγκους παραγωγής. Η εταιρεία όμως δεν περιμένει κενά στα ράφια της, αφού όταν μιλάμε για ουίσκι, αποθέματα υπάρχουν και μάλιστα υπερπλεονάζοντα —η «λίμνη» που λέγαμε.
Η Diageo, να σημειώσουμε, μείωσε το παγκόσμιο προσωπικό της κατά σχεδόν 2.000 άτομα στη χρήση του 2026 και πάγωσε τον Νοέμβριο του 2025 την παραγωγή και του βυνοποιείου Roseisle Maltings. Και δεν είναι η μόνη από τους παγκόσμιους κολοσσούς. Η Suntory σταμάτησε την παραγωγή στο αποστακτήριο Jim Beam στο Κεντάκι προς τα τέλη του 2025, η Brown-Forman έκανε το ίδιο στο ιρλανδικό Slane τον Ιούνιο. Το φρενάρισμα αφορά όλο το ουίσκι, όχι μόνο το σκοτσέζικο.
Τα νούμερα
Σύμφωνα με τη Scotch Whisky Association, οι εξαγωγές του 2025 έπεσαν κατά 4,3% σε όγκο, στο ισοδύναμο των 1,34 δισ. φιαλών των 70cl, και κατά 1,8% σε αξία, στα 5,3 δισ. λίρες (αναθεωρημένα στοιχεία του Μαρτίου 2026). Σε αξία, είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά πτώσης μετά το ρεκόρ του 2022. Σε όγκο, σημειώστε πως το 2024 είχε κλείσει με άνοδο.
Το μεγαλύτερο πλήγμα ήρθε από τις ΗΠΑ, την πολυτιμότερη αγορά του Scotch. Οι εξαγωγές εκεί έπεσαν 4% σε αξία, στα 933 εκατ. λίρες, και 9,2% σε όγκο, στα 120 εκατ. φιάλες. Αν απομονώσει κανείς το διάστημα Μαΐου-Δεκεμβρίου, μετά την επιβολή δασμού 10% τον Απρίλιο του 2025, η πτώση σε όγκο φτάνει το 15%. Βαριά απώλεια είχε και η Γαλλία, δεύτερη αγορά σε αξία και όγκο, με τον όγκο των εξαγωγών μειωμένο κατά 14%. Στον αντίποδα, η Ινδία ανέβηκε 15% και παραμένει η πρώτη αγορά του Scotch σε όγκο, με 220 εκατ. φιάλες. Δεν είναι τυχαίο ότι η βιομηχανία στρέφει το βλέμμα της εκεί. Από τις 15 Ιουλίου 2026 ισχύει η εμπορική συμφωνία Ινδίας–Βρετανίας και ο δασμός στο σκοτσέζικο ουίσκι έπεσε από το 150% στο 75%, με προοπτική να φτάσει το 40% σε δέκα χρόνια. Ασύλληπτη διαφορά, η οποία αφορά τεράστιους όγκους εξαγωγών από τη Σκοτία στην Ινδία.
Υπάρχει και ένα καλό νέο, που βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Ο δασμός στις ΗΠΑ δεν υπάρχει πια. Ο Τραμπ ανακοίνωσε την άρση του στα τέλη Απριλίου, μετά την επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου στον Λευκό Οίκο, και το εμπόριο χωρίς δασμούς επέστρεψε επίσημα στις 24 Ιουλίου. Τα αποστακτήρια, ωστόσο, συνεχίζουν να σταματούν ή να μειώνουν την παραγωγή τους. Οι δασμοί, δηλαδή, επιβάρυναν την κατάσταση αλλά δεν τη δημιούργησαν. Η ίδια η SWA, όταν εξηγούσε τα νούμερα του 2025, έβαζε δίπλα τους το αυξημένο κόστος λειτουργίας στη Βρετανία και την πιο αδύναμη ζήτηση.
Και ένα παράδοξο: σύμφωνα με ανάλυση της Commercial Spirits Intelligence πάνω στα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026, οι εξαγωγές επέστρεψαν σε άνοδο, περίπου 6% σε όγκο και 3% σε αξία, στα 2,4 δισ. λίρες περίπου. Οι πωλήσεις, δηλαδή, ανεβαίνουν, κι όμως τα αποστακτήρια σκέφτονται ή προχωρούν σε παύση ή περιορισμό λειτουργίας. Βεβαίως, η εξήγηση βρίσκεται στο απόθεμα.
A whisky loch
Το ουσιαστικό πρόβλημα έχει όνομα στη Σκοτία: whisky loch, η «λίμνη» του ουίσκι. Στα χρόνια της άνθησης, και κυρίως στην πανδημία, όταν ο κόσμος έπινε (πολύ) στο σπίτι και αγόραζε ακριβές φιάλες ως επένδυση, ο κλάδος ανέβασε την παραγωγή του, νέα αποστακτήρια άνοιξαν και οι αποθήκες των brand σιγά σιγά γέμισαν —και μετά έχτισαν κι άλλες αποθήκες. Το ουίσκι, όμως, δεν είναι μπίρα. Ό,τι αποστάχτηκε το 2021 και το 2022 κάθεται ακόμη στο βαρέλι και θα βγει σε μια εντελώς διαφορετική αγορά από αυτήν για την οποία φτιάχτηκε. Όταν η ζήτηση πέφτει, το πρώτο που κάνει ένας παραγωγός είναι να κλείσει την κάνουλα στην πηγή. Αυτό ακριβώς παρατηρούμε σήμερα στη βιομηχανία.
Τα γεμάτα βαρέλια, βέβαια, δεν αποτελούν μόνο λογιστικό βάρος. Αλλάζουν και τον τρόπο που η κατηγορία μιλά για τον εαυτό της. Ο Γιώργος Μπακάλης, Global Channel Marketing Manager του The Balvenie, το διατυπώνει ως εξής:
«Η κατηγορία του ουίσκι, διεθνώς, έχει ωριμάσει τόσο, που δεν χρειάζεται να στηρίζεται μόνο στην ωρίμαση. Επί δεκαετίες, η κατηγορία κατάφερε να χτίσει φήμη, αποδοχή καθώς και να υποστηρίξει τις τιμές πώλησης, σε μεγάλο βαθμό στηριζόμενη στην παλαιότητα και τη σπανιότητα των αποσταγμάτων που παρήγε. Ανταποκρινόμενη, βεβαίως, σε ένα προφίλ καταναλωτή όπου ο αριθμός που αναγράφει το ‘’age statement’’ του ουίσκι που αγοράζει αντανακλούσε το στάτους, αλλά και το conversation starter one-liner για να μοιραστεί ένα dram με την παρέα του. Όσο τα stocks χτίζονται, καθώς η κατηγορία περνάει πλέον σε πολλαπλή δεκαετία ζωής, τόσο το age statement γίνεται commodity. Ενώ η ωρίμαση της κατηγορίας καθαυτής, αλλά και η βαθύτερη γνώση των καταναλωτών αναφορικά με τους τρόπους παραγωγής και το perceived value τη στιγμή της κατανάλωσης, ανοίγει ένα νέο φάσμα ευκαιριών για νέα propositions στον κλάδο, που μπορούν να προσφέρουν στιγμές απόλαυσης με έναν πλέον πολυεπίπεδο τρόπο.»
Με απλά λόγια: όταν οι αποθήκες είναι γεμάτες παλιό ουίσκι, ο αριθμός στην ετικέτα παύει να είναι από μόνος του λόγος να πληρώσεις περισσότερα. Κάτι άλλο πρέπει να πάρει τη θέση του.
Ποιος κρατά το ποτήρι;
Το ερώτημα, λοιπόν, μεταφέρεται από την αποθήκη στο μπαρ: ποιος θα πιει όλο αυτό το ουίσκι, και πώς. Ο Τίμος Σπανός, Account Manager στο The Whisky Exchange Trade, που βλέπει την αγορά από την πλευρά του εμπορίου, εστιάζει στον καταναλωτή:
«Πιστεύω ότι το Scotch whisky βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σταυροδρόμι. Η κατηγορία διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα, που βασίζεται στην ιστορία, την αυθεντικότητα, την προέλευση και την τεχνογνωσία της. Ωστόσο, το μέλλον της δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο premiumization της κατηγορίας και στην πώληση ολοένα και ακριβότερων φιαλών. Η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται στο να γίνει το Scotch πιο ελκυστικό και πιο σχετικό με τη νέα γενιά καταναλωτών, δημιουργώντας νέες περιστάσεις κατανάλωσης γύρω από αυτό: από κοκτέιλ και highballs μέχρι τη γαστρονομία και τις εμπειρίες γύρω από το ποτό. Παράλληλα, πρέπει να γίνει πιο προσιτό και λιγότερο «δύσκολο» για όσους δεν είναι γνώστες του ουίσκι. Ο ανταγωνισμός από τα ιαπωνικά, τα αμερικάνικα, τα ιρλανδικά, αλλά και τα ουίσκι από άλλες αγορές, θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Ωστόσο, βλέπω αυτή την εξέλιξη ως μια ευκαιρία για το Scotch να επαναπροσδιορίσει και να αναδείξει όσα το κάνουν πραγματικά ξεχωριστό. Σε τελική ανάλυση, το Scotch δεν έχει πρόβλημα προϊόντος, έχει μια πρόκληση σχέσης και συνάφειας με τον σύγχρονο καταναλωτή. Τα brands που θα καταφέρουν να συνδέσουν την πλούσια κληρονομιά του με τη σύγχρονη κουλτούρα του ποτού θα είναι εκείνα που θα διαμορφώσουν το μέλλον του.»
Το highball, για να το πούμε κι αυτό, δεν είναι καινούργια ιδέα για το Scotch. Για ένα μεγάλο κομμάτι του 20ού αιώνα ήταν ο συνηθισμένος τρόπος να το πιεις, πριν το single malt και η σοβαρότητα των ποτηριών γευσιγνωσίας το ανεβάσουν σε βάθρο. Οι Ιάπωνες το θυμήθηκαν πριν από εμάς.
Έχει συμβεί ξανά;
Ε, βέβαια. Όποιος έχει διαβάσει λίγη ιστορία του σκοτσέζικου ουίσκι γνωρίζει πως ο κλάδος κινείται σε κύκλους, και ότι οι κύκλοι του είναι μεγάλοι, όσο μεγάλη είναι και η απόσταση από τον άμβυκα έως τη φιάλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα η φυλλοξήρα αφάνισε τους αμπελώνες της Γαλλίας, το κονιάκ έλειψε από τα βρετανικά ποτήρια και το blended Scotch πήρε τη θέση του. Ακολούθησε πυρετός ανέγερσης αποστακτηρίων και, το 1898, η κατάρρευση των αδελφών Pattison στο Leith, που παρέσυρε μαζί της μεγάλο μέρος του κλάδου για χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Σκοτία είχε ξανά τη δική της «λίμνη» και δεκάδες αποστακτήρια έκλεισαν. Ανάμεσά τους το Port Ellen και το Brora, των οποίων οι φιάλες αργότερα έγιναν από τα πλέον περιζήτητα του κόσμου και τα οποία η Diageo ξαναλειτούργησε τα τελευταία χρόνια.
Ο John Cowden, Σκοτσέζος που ζει στην Ελλάδα και διατελεί partner στην ελληνική εταιρεία LKC, που εισάγει και διανέμει, μεταξύ άλλων, και σκοτσέζικα ουίσκι, έχει δει αρκετά για να μην τρομάζει εύκολα:
«Αυτή τη στιγμή μοιάζει να ζούμε μια περίοδο μαυρίλας, επειδή υπάρχει μια λίμνη ουίσκι και ο κόσμος δεν πίνει τόσο ουίσκι. Μπορεί να είναι πραγματικότητα, μπορεί να είναι εντύπωση. Ο χρόνος θα δείξει (και δεν εννοώ φέτος ή του χρόνου). Το Scotch περνάει τέτοιους κύκλους τουλάχιστον τα τελευταία 130 χρόνια. Από τη βικτωριανή άνθηση χάρη στη φυλλοξήρα, που ακολουθήθηκε γρήγορα από το κραχ των Pattison, μέχρι την πρόσφατη άνθηση της εποχής του covid και τη σημερινή, φαινομενική, μεταπανδημική επανεκκίνηση. Τι θα γίνει έπειτα; Πιστεύω ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να απολαμβάνει το καλό ουίσκι. Θα υπάρξουν νικητές και χαμένοι, ίσως συνήθειες που θα αλλάξουν, διαφορετικές περιστάσεις. Πόσο θα πίνουμε… Ίσως η λίμνη ουίσκι να γίνει διαρκές πρόβλημα, ή ίσως σε 20 χρόνια να γκρινιάζουμε για τη σπανιότητα του ποιοτικού ουίσκι μεγάλης ηλικίας, επειδή τώρα η παραγωγή μειώνεται. Κανείς δεν ξέρει. Τα τελευταία 130 χρόνια, όμως, έχουν δείξει ότι το Scotch έχει πάντα κορυφές και βυθίσματα, και ότι αυτά πάντα αιφνιδιάζουν τους περισσότερους.»
Και τώρα τι γίνεται;
Κανείς δεν αμφισβητεί πως το σκοτσέζικο ουίσκι, αλλά και η παγκόσμια αγορά των αλκοολούχων ποτών εν γένει βιώνουν μια πολύ δύσκολη περίοδο. Αν όμως μαζέψουμε τα κομμάτια, η εικόνα είναι πιο ήρεμη από όσο θα ήθελαν οι τίτλοι, σε καμία περίπτωση όμως δεν μας αφήνει να εφησυχάσουμε. Το σκοτσέζικο ουίσκι δεν καταρρέει. Εξάγει ακόμη πάνω από 40 φιάλες το δευτερόλεπτο, όπως αρέσει στα ειδησεογραφικά να γράφουν, και έχει ξαναβρεί πρόσβαση χωρίς δασμούς στην πιο πολύτιμη αγορά του. Περνάει όμως μια (ακόμη) φάση εξορθολογισμού μετά από χρόνια υπερβολής, και όπως συμβαίνει παντού και πάντα τον λογαριασμό τον πληρώνουν πρώτοι οι εργαζόμενοι και οι «μικροί», όσοι μπήκαν πρόσφατα στο παιχνίδι ή/και όσοι βιάστηκαν να επενδύσουν, χωρίς στέρεο επιχειρηματικό πλάνο. Οι μεγάλοι κλείνουν την κάνουλα και περικόβουν θέσεις εργασίας. Οι μικροί, όπως το Holyrood, στηρίζονται όλο και περισσότερο στον επισκέπτη και στην εμπειρία που μπορούν να του προσφέρουν.
Το ουίσκι που αποστάζεται σήμερα, ή μάλλον εκείνο που δεν αποστάζεται, θα το δοκιμάσουμε σε δέκα και είκοσι χρόνια. Μέχρι τότε, η κατηγορία έχει μπροστά της μια υποχρέωση: να προσφέρει εκ νέου τον λόγο για τον οποίο ακόμη περισσότεροι, κάπου, θα παραγγείλουν απόψε ένα σκατς.