Από το μετάλλιο στο Brand Greece

 


13 Αύγουστος 2026




*της Μαρίας Ζερβού

Το Spirits Selection ως εργαλείο διεθνούς καθιέρωσης του ούζου, του τσίπουρου και της τσικουδιάς

Η ελληνική αποσταγματοποιία διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που σήμερα αναζητά η διεθνής αγορά των αποσταγμάτων: ιστορία, αυθεντικότητα, ισχυρή σύνδεση με τον τόπο, ιδιαίτερες πρώτες ύλες, γηγενείς ποικιλίες αμπέλου, παραδοσιακές τεχνικές παραγωγής και προϊόντα που αποτελούν μέρος της ίδιας της πολιτισμικής και γαστρονομικής ταυτότητας της χώρας. Και όμως, παρά αυτή την εξαιρετική παρακαταθήκη, θεωρώ ότι δεν έχουμε κατορθώσει ακόμη να μετατρέψουμε πλήρως αυτή την αξία σε αντίστοιχη διεθνή αναγνωρισιμότητα.

Το ούζο, το τσίπουρο και η τσικουδιά είναι πολύ περισσότερα από τρία παραδοσιακά ελληνικά ποτά. Είναι τρία σημαντικά κεφάλαια της ελληνικής παραγωγικής ιστορίας και, ταυτόχρονα, τρία δυνητικά διεθνή brands.

Εδώ ακριβώς πιστεύω ότι ένας θεσμός όπως το Spirits Selection by Concours Mondial de Bruxelles μπορεί να διαδραματίσει για την Ελλάδα έναν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από εκείνον ενός ακόμη διεθνούς διαγωνισμού.

Η ουσία δεν είναι απλώς να στείλουμε περισσότερα ελληνικά προϊόντα για αξιολόγηση ούτε να μετρήσουμε στο τέλος της διοργάνωσης πόσα χρυσά ή ασημένια μετάλλια επέστρεψαν στην Ελλάδα. Οι διακρίσεις είναι σημαντικές, αλλά αποτελούν μόνο ένα μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης δυνατότητας.

Η πραγματική ευκαιρία είναι να χρησιμοποιήσουμε τον διεθνή χαρακτήρα, το κύρος και το δίκτυο του Spirits Selection για να οικοδομήσουμε σταδιακά διεθνή αναγνωρισιμότητα για τις ίδιες τις λέξεις:

OUZO – TSIPOURO – TSIKOUDIA.

Να πάψουν δηλαδή να αποτελούν προϊόντα τα οποία κάθε Έλληνας παραγωγός πρέπει να εξηγεί από την αρχή όταν βρίσκεται μπροστά σε έναν ξένο εισαγωγέα, αγοραστή ή μπαρτέντερ και να αποκτήσουν σταδιακά τη δύναμη που έχουν ήδη αποκτήσει άλλες εθνικές κατηγορίες αποσταγμάτων.

Ακριβώς όπως έγινε με τη grappa, όπως έγινε με την τεκίλα, όπως συνέβη με το ρούμι και τις διαφορετικές προελεύσεις και υποκατηγορίες του καιαι όπως επιχειρείται πλέον, με εντυπωσιακά αποτελέσματα σε επίπεδο διεθνούς γνώσης, με το baijiu.

Η διαφορά ανάμεσα στην προώθηση ενός προϊόντος και στην οικοδόμηση μιας κατηγορίας είναι τεράστια.

Σήμερα ένας Ιταλός παραγωγός grappa δεν χρειάζεται πρώτα να εξηγήσει σε έναν διεθνή επαγγελματία τι σημαίνει η λέξη grappa. Ένας Μεξικανός παραγωγός δεν χρειάζεται να δημιουργήσει από την αρχή την έννοια της τεκίλας. Μπορεί να περάσει κατευθείαν στο επόμενο επίπεδο: να εξηγήσει γιατί η δική του τεκίλα είναι διαφορετική, από ποια περιοχή προέρχεται, ποια αγαύη χρησιμοποιεί, πώς παράγεται και πώς παλαιώνει.

Για ένα ελληνικό τσίπουρο, όμως, πολλές φορές προηγείται ακόμη η βασική ερώτηση: “What exactly is Tsipouro?”

Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πρόκληση της ελληνικής αποσταγματοποιίας.

Πριν ζητήσουμε από έναν ξένο καταναλωτή να επιλέξει ποιο τσίπουρο θα αγοράσει, πρέπει να του δώσουμε λόγο να ζητήσει τσίπουρο.

Σε αυτή την προσπάθεια, η αξιοπιστία του θεσμού που θα χρησιμοποιηθεί ως διεθνής πλατφόρμα είναι καθοριστική. Και θεωρώ ότι εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του Spirits Selection.

Δεν μιλάμε πλέον για έναν μικρό ή περιφερειακό διαγωνισμό. Τα μεγέθη του αποτυπώνουν τη διεθνή εμβέλειά του. Το 2024, στην 26η διοργάνωση στην Κίνα, αξιολογήθηκαν 2.754 αποστάγματα από 62 χώρες, κατανεμημένα σε 58 διαφορετικές κατηγορίες, από 154 επαγγελματίες κριτές 38 εθνικοτήτων. Το 2025, στο Χαλίσκο του Μεξικού, αξιολογήθηκαν 2.598 δείγματα από 70 χώρες από διεθνή επιτροπή 140 ειδικών. Πρόκειται λοιπόν σταθερά για περισσότερα από 2.500 αποστάγματα από σχεδόν ολόκληρο τον παραγωγικό χάρτη του κόσμου.

Αυτοί οι αριθμοί από μόνοι τους είναι σημαντικοί. Δεν είναι όμως εκείνοι που εξασφαλίζουν την εγκυρότητα ενός διαγωνισμού.

Η εγκυρότητα κρίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα προϊόντα.

Οι γευσιγνωσίες στο Spirits Selection πραγματοποιούνται τυφλά. Οι κριτές καλούνται να αξιολογήσουν το ίδιο το απόσταγμα και όχι την εμπορική δύναμη της ετικέτας που βρίσκεται πίσω από αυτό. Η διαδικασία έχει σχεδιαστεί ακριβώς ώστε να αποφεύγεται η επιρροή που μπορεί να ασκήσουν ένα γνωστό brand, μία εντυπωσιακή φιάλη, η χώρα προέλευσης ή το πρεστίζ μιας κατηγορίας. Η ίδια η διοργάνωση περιγράφει τον στόχο της ως επιλογή προϊόντων εξαιρετικής ποιότητας χωρίς προκατάληψη που να προκύπτει από την ετικέτα ή το κύρος της κατηγορίας.

Στην εξέλιξη της μεθοδολογίας έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και double-blind tastings σε ορισμένα flights, ενώ έχουν αναλυθεί χιλιάδες προηγούμενα tasting reports προκειμένου να βελτιωθούν τα κριτήρια αξιολόγησης. Η τελική κρίση δεν περιορίζεται σε έναν μηχανικό μέσο όρο βαθμολογιών, καθώς προβλέπεται και συζήτηση των επιτροπών για την απόφαση απονομής διάκρισης. Παράλληλα, έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή εκπαίδευση των κριτών, ακριβώς επειδή κανένας επαγγελματίας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι expert σε όλες τις κατηγορίες αποσταγμάτων του κόσμου.

Ακόμη και ο αριθμός των δειγμάτων που καλείται να αξιολογήσει ένας κριτής μέσα σε μία συνεδρία έχει τεθεί υπό έλεγχο, με τα επίσημα στοιχεία της διοργάνωσης να αναφέρουν ανώτατο όριο 35 δειγμάτων ανά πρωινή γευσιγνωσία.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μένα ως οινολόγο και ως άνθρωπο που γνωρίζει πόσο ευαίσθητη είναι η οργανοληπτική αξιολόγηση. Η αξιοπιστία ενός αποτελέσματος δεν δημιουργείται από το μέγεθος ενός λογοτύπου ή από το πόσο γνωστός είναι ένας διαγωνισμός. Δημιουργείται από τη διαδικασία, από τη σύνθεση των επιτροπών, από τη σωστή κατηγοριοποίηση των δειγμάτων, από την εκπαίδευση, από την τυφλή γευσιγνωσία και από την προσπάθεια περιορισμού της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Και βέβαια από το γεγονός ότι το μετάλλιο δεν πρέπει να είναι δεδομένο.

Η διοργάνωση έχει επιλέξει στις πρόσφατες εκδόσεις να διατηρεί περιορισμένο το ποσοστό των βραβευόμενων προϊόντων —περίπου στο 30%— θεωρώντας ότι η διάκριση πρέπει να διατηρεί την αξία της και να λειτουργεί ως πραγματικό σημείο αναφοράς για την αγορά και τον καταναλωτή.

Αυτή ακριβώς η αυστηρότητα είναι που δίνει εμπορική αξία στο μετάλλιο.

Αν όλοι κερδίζουν, κανείς ουσιαστικά δεν κερδίζει.

Ιδιαίτερη μνεία θεωρώ ότι πρέπει να γίνει στον Ulric Nijs, σημερινό διευθυντή του Spirits Selection by CMB. Η συμβολή του πρέπει να τοποθετηθεί σωστά χρονικά: ο διαγωνισμός έχει μακρά ιστορία, καθώς δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του Concours Mondial de Bruxelles το 1998. Ωστόσο, στη σημερινή του φάση ο Ulric Nijs έχει αναλάβει έναν καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω εξέλιξη, διεθνοποίηση και εδραίωσή του ως παγκόσμιας πλατφόρμας για τα spirits.

Και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον ρόλο ενός σύγχρονου διαγωνισμού.

Η φιλοσοφία δεν περιορίζεται στο «δοκιμάζω – βαθμολογώ – απονέμω μετάλλιο». Υπάρχει μια σαφής προσπάθεια διεύρυνσης των κατηγοριών, καλύτερης διαφοροποίησης των διαφορετικών εθνικών αποσταγμάτων, εκπαίδευσης των κριτών και ανάπτυξης ενός διεθνούς δικτύου ambassadors. Όταν ανέλαβε τη διεύθυνση, ο Nijs αναφέρθηκε ο ίδιος στην ανάγκη μεγαλύτερης σαφήνειας και διαφοροποίησης των κατηγοριών και στην εισαγωγή νέων παραδοσιακών spirits από χώρες που μέχρι τότε δεν είχαν ουσιαστική παρουσία στον διαγωνισμό.

Αυτή η αντίληψη έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα.

Γιατί εάν ο διαγωνισμός μπορεί να βοηθήσει να δημιουργηθεί γνώση γύρω από ένα άγνωστο απόσταγμα, τότε δεν λειτουργεί απλώς ως μηχανισμός επιβράβευσης. Λειτουργεί ως μηχανισμός δημιουργίας αγοράς.

Και το παράδειγμα του baijiu είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό.

Ο ίδιος ο Ulric Nijs έχει εξηγήσει ότι το 2013 ο διαγωνισμός είχε μόλις δύο δείγματα baijiu. Όταν η διοργάνωση ταξίδεψε στην Κίνα το 2015, οι συμμετοχές της κατηγορίας εκτοξεύθηκαν στα 553 δείγματα, ενώ το 2019 καταγράφηκαν 620 διαφορετικά baijiu. Το σημαντικότερο όμως δεν ήταν μόνο η αύξηση των συμμετοχών. Ήταν το γεγονός ότι οι διεθνείς κριτές του διαγωνισμού άρχισαν να αποκτούν πραγματική γνώση της κατηγορίας και να μετατρέπονται σταδιακά σε ανθρώπους που μπορούσαν να μιλήσουν για το baijiu στις δικές τους αγορές. Ο Nijs έχει συνδέσει ευθέως το Spirits Selection με αυτή τη σταδιακή διεθνοποίηση της κατηγορίας.Το 2024, που ο διαγωνισμός επέστρεψε στην Κίνα και συγκεκριμένα στη Renhuai, το baijiu ήταν ξανά η μεγαλύτερη σε αριθμό συμμετοχών κατηγορία, ενώ δημιουργήθηκε και Baijiu Academy με στόχο οι διεθνείς κριτές να αποκτήσουν βαθύτερη γνώση και να λειτουργήσουν ως ambassadors της κατηγορίας.

Αυτό το παράδειγμα θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό για την ελληνική αποσταγματοποιία.

Γιατί θα πρέπει να αναρωτηθούμε:

Μπορούμε να κάνουμε κάτι αντίστοιχο με το τσίπουρο;

Μπορούμε να δημιουργήσουμε μια διεθνή κοινότητα κριτών, δημοσιογράφων, εισαγωγέων, αγοραστών και εκπαιδευτών που δεν θα έχουν απλώς δοκιμάσει μία φορά ένα τσίπουρο, αλλά θα γνωρίζουν την κατηγορία;

Που θα καταλαβαίνουν τη διαφορά ενός νέου από ένα παλαιωμένο τσίπουρο;

Που θα γνωρίζουν τι σημαίνει μονοποικιλιακό τσίπουρο;

Που θα μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορετική έκφραση μιας ελληνικής ποικιλίας μέσα από την απόσταξη;

Που δεν θα περιγράφουν το τσίπουρο απλώς ως «Greek Grappa», επειδή δεν διαθέτουν άλλη γλώσσα για να το εξηγήσουν;

Αυτό είναι για μένα το πραγματικό στοίχημα.

Και μάλιστα, ένα πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

Στην Ελλάδα ο διαγωνισμός εκπροσωπείται από τη Vinetum και τον Ντίνο Στεργίδη. Μέσα από τις συζητήσεις και τις συντονισμένες ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν με τη διεύθυνση του Spirits Selection έγινε δυνατή η ορθότερη και περισσότερο διακριτή κατηγοριοποίηση του ούζου, του τσίπουρου και της τσικουδιάς. Η προσπάθεια αυτή έχει ήδη καταγραφεί δημόσια στο πλαίσιο της ελληνικής συμμετοχής στον διαγωνισμό. Και δεν θεωρώ ότι πρόκειται για μια μικρή τεχνική αλλαγή σε ένα registration form. Είναι πολύ σημαντικότερο.

Για να υπάρξει διεθνώς μια κατηγορία πρέπει πρώτα να αποκτήσει το δικό της όνομα και τον δικό της χώρο.

Το σημερινό επίσημο σύστημα του Spirits Selection για το 2026 περιλαμβάνει πλέον διακριτή κατηγορία τσίπουρο/τσικουδιά και, μάλιστα, διαφορετικές υποκατηγορίες: Young Tsipouro/Tsikoudia, Young Monovarietal, Aged, Aged Monovarietal και Flavoured. Το ούζο έχει επίσης σαφή θέση στην ταξινόμηση των anise-flavoured spirits.

Αυτό είναι εξέλιξη.

Και πρέπει να αναγνωριστεί τόσο η διάθεση της διεθνούς διεύθυνσης του διαγωνισμού να ακούσει και να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες των ελληνικών κατηγοριών όσο και η ουσιαστική συμβολή της Vinetum και του Ντίνου Στεργίδη στην ελληνική πλευρά.

Τώρα όμως αρχίζει το δυσκολότερο μέρος.

Δεν αρκεί να δημιουργήθηκε η σωστή κατηγορία.

Πρέπει να της δώσουμε περιεχόμενο, συμμετοχές και διεθνή παρουσία.

Η περίπτωση της grappa μας δείχνει πολύ καθαρά τι μπορεί να επιτευχθεί όταν ένα παραδοσιακό απόσταγμα αντιμετωπίζεται συλλογικά ως εθνικό brand.

Η grappa ξεκίνησε από μια πρώτη ύλη συγγενική με εκείνη του τσίπουρου, αλλά σήμερα αποτελεί διεθνώς αναγνωρίσιμη ιταλική κατηγορία. Η λέξη από μόνη της μεταφέρει πληροφορία. Ο καταναλωτής τη συνδέει με την Ιταλία, με το σταφύλι, με μια συγκεκριμένη αποστακτική παράδοση και πλέον με διαφορετικά επίπεδα ποιότητας, μονοποικιλιακές εκφράσεις και παλαιώσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι να αντιγράψουμε την grappa. Κάθε άλλο. Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε στο σημείο όπου δεν θα χρειάζεται πλέον να λέμε:

“Tsipouro is something similar to grappa.”

Αλλά απλώς: “This is tsipouro.”

Και ο άνθρωπος απέναντί μας να γνωρίζει τι σημαίνει.

Το ίδιο μάθημα προσφέρει η Τεκίλα. Η δύναμή της δεν βρίσκεται μόνο στα τεράστια διεθνή brands που δημιουργήθηκαν γύρω της. Η πραγματική της δύναμη είναι ότι η ίδια η λέξη τεκίλα είναι brand.

Πρώτα αγοράζεις την κατηγορία και στη συνέχεια επιλέγεις τον παραγωγό. Αυτό ακριβώς χρειάζεται να επιδιώξουμε και εμείς. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα πρώτο επίπεδο collective branding:

TSIPOURO – GREECE

OUZO – GREECE

TSIKOUDIA – CRETE, GREECE

και στη συνέχεια να αφήσουμε τις επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν, όπως είναι φυσικό, στο δεύτερο επίπεδο, εκείνο του εταιρικού brand. Αυτό δεν μειώνει την αξία των εταιρειών. Την αυξάνει.

Διότι σήμερα κάθε ελληνική επιχείρηση που επιχειρεί να μπει σε μια νέα αγορά πληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, και ένα επιπλέον «κόστος εκπαίδευσης»: πρέπει να εκπαιδεύσει τον importer, τον μπαρτέντερ, τον buyer και τελικά τον καταναλωτή για το τι ακριβώς είναι το προϊόν.

Εάν όμως η κατηγορία έχει ήδη ισχυρή διεθνή ταυτότητα, η εταιρεία μπορεί να επενδύσει όλη την ενέργειά της στο γιατί το δικό της προϊόν αξίζει να επιλεγεί.

Γι’ αυτό και μια επιτυχία ενός ελληνικού τσίπουρου στο εξωτερικό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επιτυχία ενός ανταγωνιστή.

Κάθε φορά που ένας σημαντικός διεθνής κριτής δοκιμάζει ένα καλό τσίπουρο, η κατηγορία κερδίζει. Κάθε φορά που ένα ελληνικό απόσταγμα βραβεύεται, η λέξη Tsipouro εμφανίζεται μπροστά σε περισσότερους επαγγελματίες. Κάθε φορά που ένας εισαγωγέας μαθαίνει τι είναι τσικουδιά, ανοίγει δυνητικά μια πόρτα και για άλλους Κρητικούς παραγωγούς.

Η ανάπτυξη της κατηγορίας μεγαλώνει την πίτα. Οι επιχειρήσεις στη συνέχεια ανταγωνίζονται για το μερίδιό τους.

Αυτό είναι το μοντέλο που βλέπουμε στις μεγάλες κατηγορίες spirits.

Ο διεθνής και περιηγητικός χαρακτήρας του Spirits Selection δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Ο διαγωνισμός δεν παραμένει μόνιμα στις Βρυξέλλες αλλά ταξιδεύει στις ίδιες τις παραγωγικές περιοχές. Η διοργάνωση του 2024 πραγματοποιήθηκε στην καρδιά της παραγωγής baijiu στην Κίνα, εκείνη του 2025 στο χαλίσκο του Μεξικού, ενώ η διοργάνωση του 2026 θα πραγματοποιηθεί στη Μαδέρα, με ιδιαίτερη έμφαση στο Rum da Madeira.

Αυτό αποτελεί και δομικό μέρος της φιλοσοφίας του θεσμού.

Ο διεθνής κριτής έρχεται σε επαφή με τον τόπο παραγωγής, συναντά παραγωγούς, επισκέπτεται μονάδες, παρακολουθεί masterclasses και κατανοεί καλύτερα την πολιτισμική και τεχνική βάση μιας κατηγορίας.

Ακριβώς γι’ αυτό η φιλοσοφία αυτή μπορεί να γίνει εξαιρετικά χρήσιμη για την Ελλάδα. Η χώρα μας δεν έχει μόνο τρία προϊόντα να παρουσιάσει. Έχει μια ολόκληρη κουλτούρα αποσταγμάτων.

Έχει την αμπελουργία, τις γηγενείς ποικιλίες, το καζάνι, την τέχνη της κλασμάτωσης, τα αρωματικά φυτά, τη μαστίχα, την κρητική παράδοση, τον γλυκάνισο Λισβορίου, τη γαστρονομία τα αποστάγματα που συνοδεύουν το φαγητό και δεν το ακολουθούν απλώς. Διαθέτει μικρές οικογενειακές αποσταγματοποιίες αλλά και επιχειρήσεις που πλέον επενδύουν σε premiumisation, παλαίωση, μονοποικιλιακές εκφράσεις και σύγχρονο design.

Αυτό το σύνολο οφείλει να παρουσιαστεί διεθνώς ως μία ολοκληρωμένη ελληνική πρόταση. Και εδώ θεωρώ ότι πρέπει να αλλάξει και η δική μας αντίληψη για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό.

Ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο:

«να στείλει η εταιρεία Χ ένα προϊόν και να πάρει ένα μετάλλιο».

Χρειάζεται μεγαλύτερη εικόνα. Χρειάζεται σταθερή και αυξανόμενη ελληνική παρουσία. Χρειάζονται περισσότερα δείγματα ούζου, τσίπουρου και τσικουδιάς. Χρειάζεται αντιπροσώπευση διαφορετικών περιοχών και διαφορετικών στιλ. Χρειάζεται οι κριτές να γνωρίσουν το μονοποικιλιακό και το παλαιωμένο τσίπουρο. Χρειάζονται οργανωμένα masterclasses. Χρειάζεται εκπαιδευτικό υλικό τουλάχιστον στα αγγλικά. Χρειάζεται συστηματική σύνδεση των ελληνικών αποσταγμάτων με την αμπελουργία, τις ποικιλίες, την πρώτη ύλη και τη γαστρονομία.

Και χρειάζεται η διάκριση να συνεχίζει να δουλεύει μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.

Το Spirits Selection έχει ήδη αναπτύξει εργαλεία για αυτή τη δεύτερη φάση, προσφέροντας σε βραβευμένους παραγωγούς δυνατότητες διεθνούς προβολής σε στρατηγικές αγορές και συλλογικές παρουσίες σε διοργανώσεις όπως το Wine Paris και άλλες διεθνείς εκθέσεις. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί το μετάλλιο δεν πρέπει να είναι το τέλος, αλλά η αρχή της επικοινωνίας.

Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να αξιοποιήσουμε το Spirits Selection προς όφελος της ελληνικής αποσταγματοποιίας, πιστεύω ότι πρέπει να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο μετράμε την επιτυχία.

Φυσικά θα συνεχίσουμε να μετράμε τα μετάλλια. Αλλά οφείλουμε να αρχίσουμε να θέτουμε και άλλες ερωτήσεις.

Πόσοι διεθνείς κριτές γνωρίζουν πλέον πραγματικά τι είναι τσίπουρο; Πόσοι μπορούν να εξηγήσουν τη διαφορά του από τη grappa; Πόσοι γνωρίζουν ότι υπάρχει μονοποικιλιακό τσίπουρο; Πόσοι έχουν δοκιμάσει διαφορετικές παλαιωμένες εκφράσεις του; Πόσοι μπορούν να περιγράψουν σωστά το Ούζο και να κατανοήσουν την παραγωγική του ιδιαιτερότητα; Πόσοι γνωρίζουν τι είναι Τσικουδιά και μπορούν να τη συνδέσουν άμεσα με την Κρήτη; Πόσοι εισαγωγείς αναζήτησαν ελληνικούς παραγωγούς μετά τον διαγωνισμό; Πόσα νέα λισταρίσματα προϊόντων δημιουργήθηκαν σε καταστήματα εστίασης; Πόσοι δημοσιογράφοι έγραψαν για τις ελληνικές κατηγορίες;

Και τελικά: πόσοι άνθρωποι στο εξωτερικό άρχισαν να ζητούν την κατηγορία με το όνομά της; Για μένα, αυτή θα είναι η πραγματική επιτυχία.

Τη στιγμή που ένας καταναλωτής στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη ή στο Τόκιο θα μπει σε ένα κατάστημα ή σε ένα μπαρ και θα ρωτήσει:Which tsipouro would you recommend?” θα έχουμε πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία μεμονωμένη εξαγωγή. Θα έχουμε δημιουργήσει αγορά.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να εφεύρει ιστορίες για να κάνει μάρκετινγκ στα αποστάγματά της, αφού τις διαθέτει ήδη. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσει τεχνητά αυθεντικότητα, γιατί την έχει. Δεν χρειάζεται να μετατρέψει το τσίπουρο σε grappa, ούτε το ούζο σε τζιν για να γίνει διεθνώς αποδεκτό, χρειάζεται να κάνει ακριβώς το αντίθετο: να εξηγήσει με αυτοπεποίθηση τι είναι το tsipouro, τι είναι το ouzo, τι είναι η tsikoudia, γιατί είναι διαφορετικά και γιατί αξίζουν τη δική τους θέση στον διεθνή χάρτη των αποσταγμάτων.

Η δημιουργία ορθότερης και διακριτής κατηγοριοποίησής τους στο Spirits Selection, μέσα από την προσπάθεια της Vinetum και του Ντίνου Στεργίδη και τον διάλογο με τη διεύθυνση του διαγωνισμού, αποτέλεσε ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα.

Η σημερινή κατεύθυνση που έχει δώσει ο Ulric Nijs, με μεγαλύτερη διεθνή διεύρυνση, εκπαίδευση, αναγνώριση νέων κατηγοριών και τη μετατροπή των κριτών σε ανθρώπους που μπορούν να γίνουν φορείς γνώσης για τα αποστάγματα που δοκιμάζουν, δημιουργεί την ευκαιρία για το επόμενο, την οποία τώρα χρειάζεται να την αξιοποιήσουμε.

Με περισσότερες συμμετοχές, ποιότητα, συνέχεια, συλλογική στρατηγική, παρουσία των ελληνικών φορέων, εκπαίδευση, κοινό storytelling και κυρίως με την αντίληψη ότι πριν ανταγωνιστούν διεθνώς τα ελληνικά εταιρικά brands μεταξύ τους, πρέπει πρώτα να κερδίσει χώρο το ελληνικό category brand.

Γιατί όταν η λέξη τσίπουρο αποκτήσει διεθνή αξία, θα ωφεληθούν όλες οι σοβαρές επιχειρήσεις τσίπουρου, όταν η τσικουδιά συνδεθεί στο μυαλό του διεθνούς καταναλωτή με την Κρήτη, την αυθεντικότητα, την πρώτη ύλη και την ποιότητα, θα αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία οι κρητικοί παραγωγοί και όταν το ούζο παρουσιαστεί διεθνώς, όχι μόνο ως ανάμνηση των ελληνικών διακοπών, αλλά ως ιστορική, τεχνικά ιδιαίτερη και ποιοτική κατηγορία αποστάγματος, θα ενισχυθεί ολόκληρος ο κλάδος.

Αυτό είναι το παράδειγμα της grappa, αυτό μας δίδαξε η τεκίλα, αυτό βλέπουμε σε διαφορετική κλίμακα στο ρούμι και αυτό αποδεικνύει σήμερα το baijiu, ως προς τη δύναμη που μπορεί να έχει η συστηματική διεθνής εκπαίδευση μιας κατηγορίας.

Ο στόχος, λοιπόν, για την ελληνική αποσταγματοποιία δεν πρέπει να είναι μόνο περισσότερα μετάλλια, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο: οι λέξεις OUZO, TSIPOURO και TSIKOUDIA να αποκτήσουν διεθνώς αξία από μόνες τους. Να γίνουν ελληνικά category brands. Και μέσα από τη δύναμη αυτών των brands να αναπτυχθούν οι εταιρείες, να διευρυνθούν οι εξαγωγές και να αποκτήσει η ελληνική αποσταγματοποιία τη θέση που πραγματικά της αναλογεί στον παγκόσμιο χάρτη των αποσταγμάτων.

Σε αυτή την προσπάθεια, το Spirits Selection by CMB πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εργαλείο στρατηγικής εξωστρέφειας της ελληνικής αποσταγματοποιίας.

*Η Μαρία Ζερβού είναι οινολόγος και σύμβουλος αποσταγμάτων και, αν το καλοσκεφτεί, έχει περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής της γύρω από άμβυκες, κρασιά, βότανα, αρώματα και ποτήρια που «έπρεπε» να δοκιμαστούν —καθαρά για επιστημονικούς λόγους, φυσικά. Έχει δουλέψει στην παραγωγή και τον ποιοτικό έλεγχο, έχει διδάξει την τεχνολογία των αποσταγμάτων, έχει δημιουργήσει προϊόντα και συνεχίζει να πιστεύει ότι πάντα υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθει κάποιος μέσα από ένα ποτήρι.

Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύει και ως διεθνής κριτής αποσταγμάτων, μια ιδιότητα που της επιτρέπει να συνδυάζει δύο πράγματα που αγαπά ιδιαίτερα: τη γνώση και τη δοκιμή, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Την ενδιαφέρει κυρίως αυτό που υπάρχει πίσω από κάθε απόσταγμα: η πρώτη ύλη, η τεχνική, ο άνθρωπος, ο τόπος και η ιστορία που τελικά φτάνει στο ποτήρι μας. Και επειδή θεωρεί ότι το ποτό πρέπει να το παίρνουμε σοβαρά, αλλά όχι πάντα και τον εαυτό μας, προσπαθεί να κρατά την επιστημονική ακρίβεια στη δουλειά και λίγο χιούμορ στη γευσιγνωσία.

  Guests  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS