previous
next

Εις εαυτόν. Ή πως τα μπαρ «σχεδιάζουν» πάνω μας τη δική τους πατίνα.

Uncategorized, Ήτανε μια φορά...

Ξεκίνησα πριν μερικά χρόνια να στέκομαι πίσω από τα μπαρ, και γράφω «στέκομαι» γιατί ήταν πιο εύκολο απ’ το να φτιάχνω ποτά επειδή έτρεμαν τα χέρια μου που με κοιτούσαν όλοι, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα τότε. Με τον καιρό έγινε πιο σίγουρο το χέρι μου και, παρατηρώντας τους καλεσμένους μου, άρχισα να αντιλαμβάνομαι διάφορα γι’ αυτούς, πριν καν μιλήσουμε.

Ο παράγοντας «γυναίκα» ήταν ένα φαινόμενο που εξελισσόταν παράλληλα με την ωριμότητά μου στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου. Άθελά(;) μου παρασυρόμουν σε ιστορίες που μπορεί να αρκούνταν απλά σε ένα βλέμμα ή ένα τυχαίο άγγιγμα, ή έφταναν να επεκτείνονταν σε μια σχεδόν εμμονική επισκεψιμότητα, σε ένα χαμόγελο, σε αμηχανία, σε έρωτες, σε θολούς περιπάτους, σε παγκάκια, καφέδες, συζητήσεις, και βέβαια αλκοόλ. Ήταν μια περίοδος χαλαρών ηθών και πνευμάτων, γεμάτη με τεχνικά λάθη.

 

"Ίσως να είναι κι ετούτη η δουλειά, που εμφανίζει τα γεγονότα με ρυθμό ακανόνιστο και χτυπά βάναυσα, ακόμα και τις ώρες που δεν υπάρχει κανείς στο μπαρ, εκτός από τους συνειρμούς μου και τα μελλοντικά μου σχέδια."

 

Ίσως φταίω κι εγώ που μου είναι δύσκολο να πω όχι στην τύχη μου, είτε καλή είτε κακή, ίσως όμως να είναι κι ετούτη η δουλειά που συνήθως εμφανίζει τα γεγονότα με ρυθμό ακανόνιστο και χτυπά βάναυσα, ακόμα και τις ώρες που δεν υπάρχει κανείς στο μπαρ, εκτός από τους συνειρμούς μου και τα μελλοντικά μου σχέδια. Σενάριο ταινίας τρόμου η σκέψη σε ένα άδειο μπαρ με τόσες γυάλινες φιάλες, είτε μισοάδειες, είτε γεμάτες, με κάποιων την τέχνη.

 

μπαρ

 

Εγώ και τα μπαρ

Κάποτε, πριν ξεκινήσω να λέω όχι στην αϋπνία και την αναγωγή των συνειρμών μου, πέρναγα κάθε βράδυ καπνίζοντας και πίνοντας σε ένα κλειστό μπαρ, παλεύοντας να δώσω μια λογική εξήγηση στην ενεργειακή αποτύπωση του πλήθους στον χώρο, μέχρι να με πείσω πως ποτέ δεν θα είναι η ίδια με χθες. Κι όσο κι αν αρνούμαι να το κάνω πλέον, άλλο τόσο δεν μπορώ να ξεφύγω από τη χαοτική συνάρτηση που με κυβερνά. Γεγονότα που έρχονται και φεύγουν όποτε θέλουν αυτά, ένα τηλέφωνο που χτυπά, μια φωνή που λέει «σε σκέφτομαι» κι εγώ ακούω «σε σκέφτηκα», κι όλα τούτα τυλιγμένα με μουσικές. Όσο μουσικό μπορεί να είναι ένα φράκταλ, κι όσο κι αν έχω ανάγκη να ξεφύγω από αυτό και να μπω σε μια απλή ταλάντωση, να βρω την περιοδικότητά της και να ξέρω που θα ξημερώσω και γιατί.

 

"Γεγονότα που έρχονται και φεύγουν όποτε θέλουν αυτά, ένα τηλέφωνο που χτυπά, μια φωνή που λέει «σε σκέφτομαι» κι εγώ ακούω «σε σκέφτηκα», κι όλα τούτα τυλιγμένα με μουσικές."

 

Τότε ακούστηκε ένα κρακ, κι είναι ο φρέσκος πάγος που ραγίζει μόλις τον αγγίζει το μπέρμπον, τότε η απάντηση στο φάλτσο «σε σκέφτηκα» είναι το παράτονο «σε ήθελα», τότε η σκέψη κοπανιέται για εκείνα τα Σάββατα που έλειπα και τις Κυριακές που δεν μπορούσα.

Τότε που γύρεψα την χαοτική, ασυνάρτητη, κακόηχη, νηφάλια υπομονή σου.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΕΓΡΑΨΕ
Βασιλης Τσομπανιδης

Γεννημένος το Δεκέμβρη του 1988 στην Αθήνα, σπούδασε μαγειρική «για να μάθει να τρώει», όπως χαρακτηριστικά λέει. Αλλά ήταν το μπαρ και ο κόσμος του, που τον είχε κερδίσει από...
ΔΙΑΒΑΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

"Εις εαυτόν. Ή πως τα μπαρ «σχεδιάζουν» πάνω μας τη δική τους πατίνα."

Uncategorized, Ήτανε μια φορά...

Δημοσιεύτηκε στις 29/05/2017