Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά, αλλά και εκείνοι που με διαβάζουν συστηματικά, είναι βέβαιο πως θα έχουν ακούσει ξανά να μιλώ για το ούζο και την αδυναμία που του έχω. Το πρώτο εξαγόμενο προϊόν της ελληνικής ποτοποιίας, με περισσότερο από το 59% της αξίας των εξαγώμενων αλκοολούχων έχει χαρακτήρα, τεράστια παράδοση, σχετικά μεγάλο εύρος ποικιλομορφίας ανά παραγωγική περιοχή, αναγνωρισμένο Γεωγραφική Ένδειξη ως κατηγορία και πέντε διαφορετικές, πιο στενές γεωγραφικά ενδείξεις, πιστοποιημένες από την Ευρωπαϊκή Ένωση! Όσο για την «κολοκυθόπιτα», λατρεύω να το απολαμβάνω σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις, όχι μόνο πλάι στο κύμα κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών και αυτό κάνω εδώ και πολλά χρόνια. Γνωρίζω επίσης πως υπάρχουν πολλοί που ούτε καν μπορούν να το μυρίσουν, κυρίως εκείνοι που έχουν απέχθεια στον γλυκάνισο, όμως για τους υπόλοιπους, το παρόν μπορεί να φανεί χρήσιμο.
Λίγα εικοσιτετράωρα πριν αφήσω και για φέτος το κλεινόν άστυ για τις καλοκαιρινές μου διακοπές, γράφω ένα ακόμη κείμενο για το ούζο, αυτή τη φορά καταγράφω τα έξι ούζα που θα ήθελα να μου κρατήσουν συντροφιά τις επόμενες μέρες. Κάποια μάλιστα τα προμηθεύομαι όντως από την Αθήνα και τα σφηνώνω στη βαλίτσα ανάμεσα σε σανδάλια, πουκάμισα και φουλάρια. Πιστέψτε με, δεν το κάνω αυτό παρά για ελάχιστα ποτά.
Ηδωνικό, Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη, Δράμα
Ξεκινώ με ένα άπαιχτο ούζο, το οποίο αποδεικνύει ότι η κατηγορία δεν εξαντλείται στις γνωστές νησιωτικές σχολές. Παράγεται στη Δράμα στους 40% vol. και είναι ούζο 100% από απόσταξη: ολόκληρη δηλαδή η ποσότητα της αλκοόλης περνά από τους χάλκινους άμβυκες μαζί με το μείγμα των βοτανικών στοιχείων, ενώ η νομοθεσία της κατηγορίας απαιτεί μόνο ένα μέρος της να προέρχεται από αυτή τη διαδικασία. Χρησιμοποιείται μακεδονικός γλυκάνισος, τον οποίο πλαισιώνουν σπόροι, καρποί και αρωματικά βότανα. Το αποτέλεσμα που προκύπτει δεν είναι μονοδιάστατα γλυκανισούχο. Μαστίχα, εσπεριδοειδή, μέντα και μπαχαρικά, όλα γευστικές εντυπώσεις του Ηδωνικού, διαμορφώνουν ένα πιο σύνθετο και πικάντικο προφίλ, κάτι που φυσικά εξηγεί γιατί το Ηδωνικό ξεχωρίζει ανάμεσα στις πιο σύγχρονες, ηπειρωτικές εκφράσεις της κατηγορίας.
Veto Gold, Ποτοποιία Σπέντζα, Μυτιλήνη
Το Veto Gold είναι η υψηλόβαθμη, 42% vol. και 100% εξ αποστάξεως πρόταση της Ποτοποιίας Σπέντζα. Πάνω από αυτό βρίσκεται μόνο το αριθμημένο Spentza 1892 των 46% vol., το οποίο, παρότι δηλώνω μέγας φαν του brand, δεν έχω ακόμη δοκιμάσει.
Η οικογένεια Σπέντζα τοποθετεί τις απαρχές της αποστακτικής της ιστορίας στο 1892, στην Πέργαμο. Η παραγωγή μεταφέρθηκε στη Μυτιλήνη το 1948, ενώ από το 2013 η τέταρτη γενιά, με τον Δημήτρη Σπέντζα σήμερα στο τιμόνι, συνεχίζει την οικογενειακή δραστηριότητα.
Στο Gold συναντιούνται η μικρασιατική αποστακτική κληρονομιά με μια πληθωρική, υψηλόβαθμη εκδοχή του κλασικού μυτιληνιού ούζου. Το Veto του Σπέντζα το απολαμβάνω εδώ και χρόνια, τόσο το Gold, όσο και εκείνο με τη μεταλλική συσκευασία, που δεν καταλαβαίνει από βουνά και λαγγάδια, δεν σπάει, ούτε ταλαιπωρείται.
Ούζο Κατσάρος, Τύρναβος
Το Ούζο Κατσάρος εκπροσωπεί μια διαφορετική και συχνά παραγνωρισμένη γενεαλογία του ούζου, εκείνη του Τυρνάβου. Ο Τύρναβος δεν έχει αναγνωρισμένη γεωγραφική ένδειξη από την ΕΕ για ούζο, μόνο για τσίπουρο, να το θυμάστε αυτό, παρ’ όλα αυτά, λέγεται ότι αποτελεί τον τόπο που γέννησε το ούζο τον 19ο αιώνα! Η οικογένεια Κατσάρου τοποθετεί την έναρξη της αποστακτικής της δραστηριότητας στο 1856 και εξακολουθεί να συνδέει το προϊόν με μια συνταγή τεσσάρων γενεών. Το ούζο τους παράγεται κι αυτό 100% από απόσταξη, με συνδυασμό δεκατεσσάρων βοτανικών στοιχείων, και εμφιαλώνεται στους 38% vol., τον χαμηλότερο αλκοολικό τίτλο ανάμεσα στα έξι ούζα της λίστας, σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν του στερεί τη σπιρτάδα. Η αξία του εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, και στο εύρος της αρωματικής συνταγής του, ένα πολυσύνθετο χαρμάνι από αρωματικές πρώτες ύλες. Αν βρείτε τη συλλεκτική φιάλη, αντίγραφο ενός μπουκαλιού που βρέθηκε σε ένα θεσσαλονικιώτικο καπηλειά, χτυπήστε την οπωσδήποτε!
Άδολο, Ποτοποιία Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου, Πλωμάρι
Η διαφορά του Άδολου από το κλασικό Ούζο Πλωμαρίου είναι συγκεκριμένη και ουσιαστική. Το γνωστό Ούζο Πλωμαρίου είναι προϊόν διπλής απόσταξης. Για το Άδολο, η επιλεγμένη “καρδιά” του αποστάγματος περνά από μία ακόμη απόσταξη, η οποία διαρκεί 13 ώρες σε χειροποίητους χάλκινους άμβυκες. Εμφιαλώνεται στους 42% vol. και παράγεται σε περιορισμένες παρτίδες.
Το Άδολο είναι πιο ξηρό και γεμάτο, με έντονες νότες γλυκάνισου, γλυκόριζας και μάραθου, ενώ στο αρωματικό του προφίλ εμφανίζεται και ο ευκάλυπτος. Δεν χρειάζεται περισσότερη θεωρία. Αναζητήστε το και δοκιμάστε το.
Νο 9, Ψυχής, Χίος
Η αποστακτική ιστορία της οικογένειας Ψυχής ξεκινά το 1881, στο Βερβεράτο της Χίου, όπου η οικογένεια διατηρούσε ρεμπικαριό και απόσταζε σύκα και στέμφυλα. Η επίσημη άδεια ποτοποιίας αποκτήθηκε το 1925, ενώ σήμερα την επιχείρηση διαχειρίζεται η τέταρτη γενιά.
Το Ούζο Χίου Ψυχής Νο 9, ομοίως ούτε αυτό από κάποια από τις γεωγραφικές ενδείξεις που αναγνωρίζονται από την ΕΕ, πλην όμως 100% εξ αποστάξεως και στους 46% αλκοολικούς βαθμούς παρακαλώ! Το σύνολο του αλκοολικού του τίτλου προέρχεται, επομένως, από αλκοόλη που έχει αρωματιστεί μέσω της απόσταξης. Είναι το πλέον υψηλόβαθμο ούζο της λίστας και αυτός είναι ο βασικός λόγος που βρίσκεται εδώ: διαθέτει ένταση και δομή, χωρίς να χάνει τον αναγνωρίσιμο χαρακτήρα του χιώτικου γλυκάνισου.
Χωρίς, Ποτοποιία Σαμαρά, Μυτιλήνη
Μην τρομάζετε, δεν είναι «χωρίς γλυκάνισο», δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο, θα ήταν σκέτο ανοσιούργημα. Η λέξη “Χωρίς” περιγράφει με ακρίβεια τη βασική του διαφοροποίηση, αφού πρόκειται για Ούζο Μυτιλήνης από απόσταξη 100%, ΧΩΡΙΣ προσθήκη ζάχαρης ή οποιασδήποτε άλλης γλυκαντικής ύλης. Η συνταγή συνδυάζει τον περιώνυμο γλυκάνισο Λισβορίου με άλλα βοτανικά στοιχεία, εμφιαλώνεται στους 40% vol. και, σύμφωνα με την ποτοποιία, διατηρεί φυσική αίσθηση γλυκύτητας, την οποία και αποδίδει στη συνταγή του, προφανώς δηλαδή στα υπόλοιπα βοτανικά στοιχεία, ενδεχομένως στη γλυκόριζα που επιτελεί συχνά αυτόν τον ρόλο σε πολλά αποστάγματα. Το «Χωρίς» παρουσιάζει μια πιο ξηρή και ευδιάκριτη απόδοση του DNA του μυτιληνιού ούζου, στην οποία η γευστική ισορροπία προκύπτει μαεστρικά από το απόσταγμα και τις πρώτες ύλες, όχι από τη «διόρθωση» του τελικού μείγματος με γλυκαντικά.
Κλείνοντας, να υπενθυμίσω θέλω τις αναγνωρισμένες γεωγραφικές ενδείξεις ούζου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές είναι οι ούζο Πλωμαρίου, Μυτιλήνης, Θράκης, Μακεδονίας και Καλαμάτας. Τεχνικοί φάκελοι υπάρχουν και για άλλες παραγωγικές περιοχές, όμως αυτές αναγνωρίζονται μόνο σε εθνικό επίπεδο. Αυτές είναι οι Τυρνάβου, Καβάλας, Βόλου, Νάουσας, Λήμνου, Σάμου και Χίου.
Ανεξάρτητα όμως από τα προαναφερθέντα, είναι η συνολική ποιότητα απόσταξης, οι διαφοροποιήσεις στη συνταγή και στην τεχνική, όπως βεβαίως και το storytelling, αλλά και το εν γένει branding που δημιουργούν έναν ποικιλόμορφο εθνικό χάρτη, και τελικά μια αξιόλογη ακόμη δυναμική στην κατηγορία. Μακριά από παρωχημένες εικόνες και με σκάφος τα σπουδαία ελληνικά μπαρ και την εξαγωγική δυνατότητα της χώρας, το ούζο θεωρώ πως μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερο.