Φαντάζεστε ένας φόρος να έριχνε τη νεοσύστατη αμερικανική δημοκρατία, λίγα μόλις χρόνια μετά τη γέννησή της; Δεν χρειάζεται ζωηρή φαντασία —παραλίγο να συμβεί!
Βρισκόμαστε ακόμη στα πρώιμα χρόνια της αποστακτικής ιστορίας στον Νέο Κόσμο, στα τέλη του 18ου αιώνα. Εν έτει 1791, ένας από τους μεγαλύτερους αποσταγματοποιούς της χώρας υπογράφει έναν νόμο για την επιβολή φόρου στα αποστάγματα. Το όνομά του: Τζορτζ Ουάσινγκτον. Λίγα χρόνια αργότερα, θα διοικούσε ένα από τα μεγαλύτερα αποστακτήρια της Αμερικής. Είναι πασιφανές το οξύμωρο της υπόθεσης, παρόλα αυτά, τα πράγματα έχουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια απλή αντίφαση.
Αλλά ας τα πάρουμε όλα από την αρχή.
Πριν περάσουμε στην εξέγερση, αξίζει να σταθούμε λίγο στον ίδιο τον Ουάσινγκτον. Το 1797, μόλις είχε αποχωρήσει από την προεδρία, για να επιστρέψει στο αγρόκτημά του στο Mount Vernon της Βιρτζίνια. Εκεί, ο Σκοτσέζος διαχειριστής του, James Anderson —ένας αποσταγματοποιός ‘’by the grace of God’’, όπως έχει γραφτεί— τον έπεισε πως ένα αποστακτήριο θα αποτελούσε μια εξαιρετικά κερδοφόρα επένδυση, δεδομένης της παραγωγής σιτηρών και του άφθονου νερού του κτήματος.
Ο Ουάσινγκτον αρχικά δίστασε. Όμως τελικώς πείστηκε. Και φαίνεται πως έπραξε καλά: το 1799, τη χρονιά του θανάτου του, το αποστακτήριο παρήγαγε σχεδόν 11.000 γαλόνια, λαμβάνοντας αυτονοήτως τον άτυπο τίτλο του πιο παραγωγικού αποστακτηρίου ουίσκι στην Αμερική την εποχή εκείνη. Για να πάρετε μια ιδέα της κλίμακας, το αποστακτήριο είχε έκταση περί τα 210 τετραγωνικά, όταν το μέσο αποστακτήριο της εποχής ήταν περίπου 75.
Η πιο συχνή συνταγή του (mash bill) αξιοποιούσε 60% περιεκτικότητα σιτηρών σε σίκαλη, 35% σε καλαμπόκι και 5% σε βυνοποιημένο κριθάρι. Μικρότερες ποσότητες σικάλεως αποστάζονταν έως και τέσσερις φορές και έφτιαχναν ακριβότερο, βεβαίως, ουίσκι. Μέρος του ουίσκι αρωματιζόταν με κανέλα, ενώ παρήγαν επίσης μπράντι από μήλο, ροδάκινο και λωτό!
Εν ολίγοις, ο Ουάσινγκτον γνώριζε πολύ καλά τι σήμαινε να είσαι αποσταγματοποιός. Βασική όμως λεπτομέρεια· ο Πατέρας του Έθνους ουδέποτε υπήρξε ένας τυπικός αγρότης, ένας μικροκαλλιεργητής. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της χώρας, με τεράστιες εκτάσεις και δουλοκτήτης —μια οικονομική πραγματικότητα πολύ μακριά από αυτή των αγροτών που θα ξεσηκώνονταν εναντίον του φόρου.
Ο φόρος που άναψε τη φωτιά
Ούτε η ιδέα του φόρου όμως ήταν του Ουάσινγκτον. Τη σκέφτηκε ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, ο Υπουργός Οικονομικών του. Βλέπετε, η νεοσύστατη ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε κληρονομήσει τεράστια χρέη από τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, για την ακρίβεια, 54 εκατομμύρια δολάρια από τη μία μεριά, συν 25 εκατομμύρια σε χρέη των επιμέρους πολιτειών. Ένα από τα καθήκοντα του Χάμιλτον, ως Υπουργός Οικονομικών, ήταν και να βρει τρόπο να τα αποπληρώσει.
Έτσι γεννήθηκε ο ‘’excise tax’’ του 1791. Ένας ειδικός φόρος κατανάλωσης στα αποστάγματα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου. Υπολογιζόταν με βάση τους αλκοολικούς βαθμούς του αποστάγματος —όπως ο «δικός μας» ΕΦΚ— και τη χωρητικότητα του άμβυκα που χρησιμοποιήθηκε. Τα εισαγόμενα αποστάγματα (το ρούμι από μελάσα εκείνη την εποχή ήταν πολύ «της μόδας») εφορολογούντο περισσότερο από το εγχώριο ουίσκι για ευνόητους λόγους.
Στα χαρτιά, ακουγόταν λογικό. Στην πράξη όμως, απεδείχθη καταστροφικό.
Οι αγρότες εξοργίζονται
Για τους αγρότες-αποσταγματοποιούς της δυτικής Πενσυλβάνια, το πρόβλημα δεν ήταν τόσο ηθικό αλλά πρακτικό: δεν υπήρχε χρήμα. Και εννοώ, πραγματικό χρήμα! Η οικονομία των συνόρων λειτουργούσε κυρίως ανταλλακτικά! Έδινε κάποιος ένα γαλόνι ουίσκι για να πάρει ένα φόρεμα, λίγο περισσότερο για τρόφιμα, πολλές φορές μπορούσε να καλύψει ακόμη και το ενοίκιό του! Άρα, μπορεί να παρήγαγε κάποιος ουίσκι, αλλά μετρητά δεν έπαιρνε από τη συνδιαλλαγή. Μάλιστα, πολλοί αγρότες δεν διέθεταν καν δικό τους άμβυκα. Καλλιεργούσαν σιτηρά και τα πήγαιναν σε γείτονες που διέθεταν αποστακτικό εξοπλισμό, για να πληρωθούν —μαντέψτε— σε ουίσκι. Ξανά, χωρίς μετρητά.
Το ουίσκι, εξάλλου, εκείνους τους καιρούς δεν ήταν πολυτέλεια. Δεν ήταν καν είδος πρώτης ανάγκης. Ήταν ο μόνος πρακτικός τρόπος για τους αγρότες των Απαλαχίων να μετατρέψουν τα ογκώδη σιτηρά τους σε προϊόν ικανό να μεταφερθεί πέρα από τα βουνά και να πουληθεί στις ανατολικές αγορές. Ο φόρος του Χάμιλτον, λοιπόν, έπληττε έναν ολόκληρο τρόπο επιβίωσης.
Σημειώστε τώρα και το εξής παράλογο, και ακόμη πιο εξοργιστικό για τους κατοίκους: όποιος κατηγορείτο για σχετικές διοικητικές παραβάσεις έπρεπε να ταξιδέψει εκατοντάδες χιλιόμετρα μέχρι τη Φιλαδέλφεια για να δικαστεί, αφήνοντας τη φάρμα του πίσω και διασχίζοντας επικίνδυνες περιοχές.
Από τη διαμαρτυρία στη βία
Αρχικά, η κοινωνία αντέδρασε «πολιτικά»: ψηφίσματα διαμαρτυρίας, γενικές συνελεύσεις, έγγραφες καταγγελίες. Το 1791 και το 1792, μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν δύο μεγάλα συνέδρια διαμαρτυρίας στο Πίτσμπεργκ. Γρήγορα όμως η αντίδραση έγινε βίαιη. Φοροεισπράκτορες διαπομπεύονταν, απειλούνταν, ξυλοκοπούνταν.
Το 1793, ο τοπικός φοροεισπράκτορας John Neville κάηκε συμβολικά (in effigy) —δηλαδή, το ομοίωμά του— από πλήθος περίπου 100 ατόμων στην κομητεία Ουάσινγκτον. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, άντρες εισέβαλαν στο σπίτι ενός άλλου φοροεισπράκτορα, του Benjamin Wells, και τον ανάγκασαν με την απειλή όπλου να παραιτηθεί. Η κατάσταση ώδευε προς έκρηξη.
Ο μυστηριώδης «Tom the Tinker»
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αναβρασμού γεννήθηκε και μία από τις πιο γοητευτικές φιγούρες της αμερικανικής λαϊκής ιστορίας: ο Tom the Tinker («ο Τομ ο Τενεκετζής» ή μπακιρτζής). Τα ψευδώνυμα των τενεκετζήδων-γυρολόγων δεν επιλέγονταν τυχαία εκείνη την εποχή. Στα αγγλικά, το ρήμα ‘’to tinker’’ σημαίνει «επιδιορθώνω». Και οι τενεκετζήδες, εκτός από κατσαρόλες και τηγάνια, επιδιόρθωναν και… άμβυκες.
Έτσι, κάποια στιγμή μέσα στο 1793, ανώνυμες επιστολές και αφίσες άρχισαν να εμφανίζονται σε δέντρα, ταβέρνες και τοιχοκολλήσεις της δυτικής Πενσυλβάνια, υπογεγραμμένες από έναν ‘’Tom the Tinker’’. Το μήνυμα ήταν πάντα το ίδιο: όποιος αγρότης πλήρωνε τον φόρο ή συνεργαζόταν με τις αρχές θα έβλεπε τον άμβυκά του να «επιδιορθώνεται» από τον Τομ και τους φίλους του. Η «επιδιόρθωση» συνίστατο στο να τρυπηθεί ο άμβυκας με σφαίρες και να καταστραφεί ολοσχερώς!
Το αστείο του ονόματος ήταν το πιο απειλητικό κομμάτι. Ο ‘’Tom the Tinker’’ δεν ήταν ένα άτομο. Ήταν ένα συλλογικό σύμβολο, ένα ψευδώνυμο που μπορούσε να υιοθετήσει ο καθένας. Επιστολές του δημοσιεύονταν ακόμη και στην εφημερίδα Pittsburgh Gazette —η οποία δεν τολμούσε να αρνηθεί να τις τυπώσει. Ομάδες εξεγερμένων που έβαφαν τα πρόσωπά τους με φούμο άρχισαν να αυτοαποκαλούνται ‘’Tom the Tinker’s Men’’.
Οι ιστορικοί αποδίδουν το αρχικό ψευδώνυμο σε κάποιον John Holcroft, έναν από τους πιο δραστήριους εξεγερμένους της περιοχής, αλλά κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματικότητα. Και ίσως αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα υπήρξε και η μαγεία του: ο Tom the Tinker μπορούσε να είναι ο καθένας. Ένας γείτονας, ένας φίλος, ένας άγνωστος. Για τον φοροεισπράκτορα που ζούσε απομονωμένος σε ένα χωριό των Απαλαχίων, αυτή η σκέψη και μόνο ήταν αρκετή για να τον κάνει να παραιτηθεί.
Η Μάχη του Bower Hill: When shit gets real
Στις 15 Ιουλίου 1794, ο στρατηγός John Neville —τοπικός φοροεισπράκτορας, εύπορος γαιοκτήμονας και πρώην ήρωας της Επανάστασης— συνόδευσε τον ομοσπονδιακό σερίφη David Lenox για να επιδώσει κλήσεις σε αποσταγματοποιούς που δεν είχαν πληρώσει τον φόρο. Πρώτος στόχος: το σπίτι του William Miller, που αργότερα θα ομολογούσε πως ένιωσε «το αίμα του να βράζει» βλέποντας τον Neville να τον καταδίδει μέχρι την αυλόπορτά του.
Ο φόρος και το ταξίδι στη Φιλαδέλφεια θα τον κατέστρεφαν οικονομικά. Ακολούθησε καβγάς, μαζεύτηκε πλήθος, πυροβολισμοί έπεσαν στον αέρα. Κανείς όμως δεν τραυματίστηκε.
Την επόμενη μέρα, 16 Ιουλίου, τουλάχιστον 30 ένοπλοι της πολιτοφυλακής του Mingo Creek (οι ίδιοι οι αγρότες) περικύκλωσαν το οχυρωμένο σπίτι του Neville, το Bower Hill. Απαίτησαν την παράδοση του ομοσπονδιακού σερίφη, τον οποίο θεωρούσαν ότι βρισκόταν μέσα. Ο Neville απάντησε με έναν πυροβολισμό που τραυμάτισε θανάσιμα τον Oliver Miller, έναν από τους εξεγερμένους.
Οι δύο πλευρές αντάλλαξαν πυρά. Οι επαναστάτες υποχώρησαν για ενισχύσεις.
Στις 17 Ιουλίου, επέστρεψαν. Αυτή τη φορά, ήταν περί τα 700 άτομα και βάδιζαν σε ρυθμό τυμπάνων. Ο Neville είχε ήδη διαφύγει κρυφά με τη βοήθεια του Ταγματάρχη James Kirkpatrick και δέκα στρατιωτών που είχαν σταλεί για να τον προστατεύσουν. Ο Kirkpatrick ισχυρίστηκε ότι ο Neville δεν ήταν στο σπίτι.
Και κάπως έτσι, αρχίζει η σύγκρουση. Ο ηγέτης των επαναστατών, James McFarlane, σκοτώνεται κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών —σύμφωνα με μερικές εκδοχές, ενώ πίστευε πως υπήρχε ανακωχή. Εξοργισμένοι, οι εξεγερμένοι βάζουν φωτιά σε αχυρώνες και κτίρια, και μετά από μία ώρα μάχης οι στρατιώτες παραδίδονται. Το Bower Hill καίγεται συθέμελα. Δεν υπήρχε πλέον γυρισμός.
Ο Ουάσινγκτον παίρνει τα όπλα
Μετά το Bower Hill, τα πράγματα κλιμακώθηκαν με τρομακτικό ρυθμό. Οι εξεγερμένοι αυξήθηκαν από 600 στο Bower Hill σε περισσότερους από 7.000 μέσα σε έναν μήνα. Έβαλαν στόχο το Πίτσμπεργκ. Την 1η Αυγούστου 1794, βρίσκονταν έξω από την πόλη, στο Braddock Field, έτοιμοι για επίθεση.
Η πόλη γλίτωσε με τον πιο «αμερικανικό» τρόπο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί: οι κάτοικοι του Πίτσμπεργκ πρόσφεραν γενναιόδωρα δώρα στους εξεγερμένους, μεταξύ των οποίων και άφθονα βαρέλια ουίσκι. Η επίθεση ακυρώθηκε.
Αλλά ο Ουάσινγκτον δεν είχε διάθεση για διαπραγμάτευση. Με προκήρυξη, κατηγόρησε τους ηγέτες της εξέγερσης ότι υποκινούσαν αντίσταση μέσω διαστρέβλωσης των νόμων και εκφοβισμού των αξιωματούχων. Και στη συνέχεια έκανε κάτι που κανένας Αμερικανός εν ενεργεία πρόεδρος δεν είχε κάνει ποτέ πριν: κινητοποίησε και ηγήθηκε ένοπλης δύναμης στο πεδίο και μάλιστα εναντίον Αμερικανών πολιτών.
Μάλιστα του στρατού ηγήθηκε ο ίδιος, ντυμένος με τη στρατιωτική του στολή —η μοναδική φορά στην ιστορία των ΗΠΑ που εν ενεργεία πρόεδρος ηγήθηκε ενόπλων δυνάμεων στο πεδίο. Περίπου 13.000 άντρες της πολιτοφυλακής από τέσσερις διαφορετικές πολιτείες, επιστρατευμένοι κανονικώς και υπό ομοσπονδιακή διοίκηση, κινήθηκαν προς τη δυτική Πενσυλβάνια.
Όταν έφτασαν εκεί, δεν βρήκαν κανέναν. Οι εξεγερμένοι είχαν διαλυθεί. Ο Τζέφερσον θα σχολίαζε αργότερα, με τη γνωστή του ειρωνεία, ότι «μια εξέγερση ανακοινώθηκε, κηρύχθηκε, οπλίστηκε εναντίον της και στρατεύματα βάδισαν εναντίον της… αλλά ποτέ δεν βρέθηκε».
Περίπου 150 άνδρες συνελήφθησαν και δικάστηκαν για προδοσία. Μόνο δύο καταδικάστηκαν —ο John Mitchell και ο Philip Weigel— και σε αμφότερους τελικά τους απονεμήθηκε χάρη από τον Ουάσινγκτον, ο οποίος έκρινε τον έναν «ανόητο» και τον άλλο «τρελό»!
Ο αντίκτυπος
Η Εξέγερση του Ουίσκι έχει σημασία για λόγους πολύ πέρα από μια διένεξη για φόρους. Υπήρξε η πρώτη μεγάλη «δοκιμασία» της ομοσπονδιακής εξουσίας. Και από αυτήν γεννήθηκαν κάποια από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Αμερικής και του αμερικανικού ουίσκι.
- Επιτάχυνε τη γέννηση των πολιτικών κομμάτων. Η διαμάχη μεταξύ Φεντεραλιστών και των υποστηρικτών του Τζέφερσον είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1790. Η Εξέγερση του Ουίσκι, όμως, έδωσε στην αντιπολίτευση ένα συγκεκριμένο, λαϊκό αίτημα γύρω από το οποίο οργανώθηκε. Η αντίδραση στον φόρο τροφοδότησε το κίνημα γύρω από τον Thomas Jefferson, που λίγα χρόνια αργότερα θα αναδείκνυε το πρώτο οργανωμένο αντιπολιτευτικό κόμμα στην αμερικανική πολιτική —τους Δημοκρατικούς-Ρεπουμπλικανούς.
- Ο φόρος τελικά καταργήθηκε. Όταν ο Jefferson νίκησε τον John Adams στις εκλογές του 1800, η λαϊκή αντίθεση στους εσωτερικούς φόρους είχε οδηγήσει ήδη την τύχη του νόμου. Το 1802, το Κογκρέσο κατήργησε τον ειδικό φόρο στα αποστάγματα και όλους τους άλλους εσωτερικούς ομοσπονδιακούς φόρους. Μέχρι τον Πόλεμο του 1812, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στηριζόταν αποκλειστικά σε δασμούς εισαγωγών.
- Το μπέρμπον πήρε σάρκα και οστά. Κι αυτό ίσως είναι το πιο γοητευτικό κομμάτι της ιστορίας για όσους αγαπάμε το ουίσκι. Πολλοί αγρότες-αποσταγματοποιοί, είτε για να ξεφύγουν από τη δικαιοσύνη είτε απλώς γιατί είχαν μπουχτίσει, μετανάστευσαν δυτικά — κυρίως στο Κεντάκι. Εκεί, ενώθηκαν με στρατιώτες που είχαν λιποτακτήσει και βρήκαν αυτό που λαχταρούσαν: εύφορη γη, φυσικά φιλτραρισμένο από ασβεστόλιθο νερό, και σχεδόν ανεξάντλητο… καλαμπόκι.
Το ουίσκι από σίκαλη (rye whiskey) είχε γεννηθεί στην Πενσυλβάνια. Το Κεντάκι ετοιμαζόταν να γεννήσει το μπέρμπον. Ο αμερικανικός χάρτης του ουίσκι όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, με την πρωτοκαθεδρία του Κεντάκι, είναι, με έναν αληθινά ποιητικό τρόπο, «παιδί της Εξέγερσης του Ουίσκι».
- Η κουλτούρα αντίστασης επιβίωσε. Οι αποσταγματοποιοί του Κεντάκι αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατο να φορολογηθούν —μέσα στα επόμενα έξι χρόνια, πάνω από 175 από αυτούς καταδικάστηκαν για παραβάσεις του φορολογικού νόμου. Η αντίσταση στη φορολόγηση του οινοπνεύματος έγινε κομμάτι της ταυτότητας των αγροτικών κοινοτήτων των Απαλαχίων —μια νοοτροπία που τροφοδότησε για δεκαετίες τη βιομηχανία του moonshine.
Μια τελευταία σκέψη
Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον, τρία χρόνια μετά την εξέγερση που ο ίδιος κατέστειλε, άνοιξε το μεγαλύτερο αποστακτήριο της χώρας. Μέχρι σήμερα, το Mount Vernon παράγει ουίσκι με τη συνταγή που χρησιμοποιούσε ο πρώτος πρόεδρος —ή τουλάχιστον, έτσι ισχυρίζεται— και βασισμένη στα αρχεία του αποστακτηρίου του 1798 και 1799.
Υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό, αλλά και βαθιά αμερικανικό, σε αυτή την ιστορία. Ένας πρόεδρος φορολογεί το ουίσκι. Οι αγρότες εξεγείρονται. Ο πρόεδρος στέλνει στρατό. Η εξέγερση σβήνει, αλλά οι αγρότες μεταναστεύουν και γεννούν ένα νέο απόσταγμα που θα γίνει το εθνικό ποτό της χώρας. Και ο πρόεδρος, στα τελευταία του χρόνια, γίνεται ο μεγαλύτερος αποσταγματοποιός της Αμερικής.