Καφενείο η Μουριά: Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και την εξέλιξη της πόλης

 


29 Ιούνιος 2026




Διάβασα κάπου πως το καφενείο «η Μουριά» ξεκίνησε να σερβίρει καφέδες, ούζο, τσίπουρο και μεζεδάκια, στη γωνία της Χαριλάου Τρικούπη και της Καλλιδρομίου, σχεδόν δέκα χρόνια πριν στηθούν οι πρώτη πάγκοι στην ξακουστή λαϊκή αγορά του εμβληματικού δρόμου των Εξαρχείων. Από το 1915. Εδώ και μερικές μέρες ο έβδομος κατά σειρά ιδιοκτήτης του καφενείου έχει ενημερωθεί πως θα πρέπει να αποχωρήσει και μαζί με αυτόν ο ιδιοκτήτης σκοπεύει να αλλάξει και τη χρήση του καταστήματος, με τα σχέδιά του να το προορίζουν για (ένα ακόμα) φαρμακείο. Εξαρχής, ακούγεται άκρως θλιβερό.

Διάβασα επίσης ουκ ολίγα ποστ στα σόσιαλ μίντια από κατοίκους ή συμπαθούντες, διαδικτυακά καλέσματα για υπογραφές προκειμένου να «προστατευθεί η χρήση του οικήματος» από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενυπόγραφα κείμενα στα περισσότερα μεγάλα μέσα της χώρας, όπως και το εξώδικο της ιδιοκτήτριας του κτιρίου σε ένα από αυτά, σύμφωνα με το οποίο, δεν σκοπεύει να αλλάξει τη χρήση του, παρά μόνο τη διαχείριση από τον τωρινό ιδιοκτήτη της. Διάβασα όμως κι ένα καλογραμμένο και ουσιαστικό κείμενο άποψης, ίσως το καλύτερο εν προκειμένω, από τον κύριο Νικήτα Δεσποτίδη, αναρτηθέν στη διαδικτυακή σελίδα της LiFo, με τίτλο «Στην πόλη αυτή δεν έμεινε πια χώρος για Μουριές». Ορμώμενος από αυτό, και ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της υπόθεσης, θα ήθελα να καταθέσω και τους δικούς μου προβληματισμούς, για ένα από τα πιο δύσκολα στοιχήματα του πολεοδομικού σχεδιασμού κάθε πόλης με ιστορία, αυτό της ισορροπίας ανάμεσα στη μνήμη και την εξέλιξή της.

Ο αρθρογράφος της LiFO χρησιμοποιεί την υπόθεση της ιστορικής «Μουριάς» ως αφετηρία για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τη μνήμη, την ταυτότητα και το μέλλον της Αθήνας. Υποστηρίζει ότι η εξαφάνιση ιστορικών χώρων δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας μετασχηματισμού της πόλης. Παραθέτοντας τον Kevin Lynch, υπερθεματίζει την ιδέα του πως τέτοιοι χώροι λειτουργούν ως σημεία αναφοράς και συλλογικής μνήμης, διαμορφώνοντας τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται και βιώνουν το αστικό περιβάλλον. Ο κύριος Δεσποτίδης επισημαίνει ότι η μεταβολή της κοινωνικής και οικονομικής φυσιογνωμίας των γειτονιών απειλεί αυτή τη συνέχεια, ενώ οι αποφάσεις για το μέλλον της πόλης λαμβάνονται ολοένα και περισσότερο με οικονομικά κριτήρια. Τέλος, υποστηρίζει ότι η διατήρηση τέτοιων ιστορικών τόπων έχει αξία, ακόμη κι αν δεν μπορεί να ανακόψει συνολικά τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν την πόλη.

Υπάρχει κανείς, άραγε, που δεν θα ήθελε να παραμείνει η Μουριά ως έχει; Ιδίως οι κάτοικοι και οι περίοικοι της περιοχής, αλλά και εκείνοι —όπως εγώ— που δεν την έχουν επισκεφθεί ποτέ, οι οποίοι όμως γοητευόμαστε με οτιδήποτε κουβαλά τόσα χρόνια ιστορίας, με χώρους που κατακλύζονται από την αύρα σπουδαίων και μη ανθρώπων που έζησαν στο παρελθόν και το στιγμάτισαν, το γοήτευσαν, το επηρέασαν. Η Μουριά υπήρξε ένας τέτοιος χώρος. Ένας χώρος ο οποίος βίωσε παγκόσμιους πολέμους, ιστορικά γεγονότα που έχουν γραφτεί στα κατάστιχα της ιστορίας του έθνους μας και συνωστίστηκε από μεγάλους συγγραφείς, πολιτικούς, αλλά και πάσης φύσεως συνδαιτημόνες.

Βεβαίως, καμία πόλη στον κόσμο δεν έμεινε ίδια μέσα στα χρόνια. Η πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους δεν ήταν η Αθήνα του Μεσοπολέμου, όπως η Αθήνα της Μεταπολίτευσης δεν είναι αυτή του σήμερα. Οι χρήσεις γης, τα επαγγέλματα, οι κάτοικοι και οι ανάγκες τους, μαζί με τις συνήθειές τους, αλλάζουν. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, αθεράπευτος «περιπατητής», μελετητήτης της αθηναϊκής ιστορίας και του αστικού πολιτιμού, κύριος Νίκος Βατόπουλος, ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθιά, προσπαθεί εδώ και χρόνια να ξετυλίξει «τη στρωματογραφία» της πόλης μας. Τις αλληλουχίες μιας πόλης, η οποία όπως και κάθε άλλη με ιστορία, λειτουργούν ως παλίμψηστο: κάθε γενιά χτίζει πάνω στα ίχνη της προηγούμενης και η πόλη αποκτά διαδοχικά στρώματα ιστορίας. Δεν ξέρω ποια είναι η γνώμη του εν προκειμένω για τη Μουριά, είμαι σχεδόν βέβαιος όμως, ότι δεν τον τρομάζει η αλλαγή εν γένει.

Αν διαβάσει κανείς συνολικά το έργο του κυρίου Νίκου Βατόπουλου, δύσκολα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οραματίζεται μια πόλη παγωμένη στον χρόνο. Η δική του αγωνία φαίνεται να αφορά λιγότερο τον ίδιο τον μετασχηματισμό και περισσότερο την απώλεια των ιχνών που επιτρέπουν στην πόλη να αναγνωρίζει το παρελθόν της. Και εντοπίζει αυτά τα ίχνη σε αυτήν την επονομαζόμενη από τον ίδιο «ελάσσονα Αθήνα», σε περίπτερα και πολυκατοικίες, σε αυλές και προσόψεις και μικρά μαγαζιά σαν την Μουριά.

Ενδιαφέρον όμως έχει να αναρωτηθούμε ποιος είναι αυτός που ευθύνεται για την αλλαγή που βιώνουν οι γειτονιές μας, οι πόλεις μας. Αλλάζουν οι ανάγκες μας; Αλλάζει η αγορά; Αυξάνονται τα ενοίκια; Αλλάζει η φύση —και τα νούμερα— του τουρισμού; Αλλάζει το επενδυτικό τοπίο; Η φορολογία; Η ίδια η κοινωνία; Όλες οι παραπάνω «δυνάμεις», ίσως και άλλες που ξεχνώ, αλληλοεπιδρούν και αλλάζουν το προφίλ των πόλεών μας. Εννοείται πως, υπάρχει διαφορά μεταξύ της μετάβασης που προκύπτει από τη φυσική διαδοχή των επιχειρήσεων, με εκείνη από την τουριστικοποίηση, τη «μονοκαλλιέργεια» της βραχυχρόνιας μίσθωσης, της οικονομικής αναδιάρθρωσης, ακόμη και της εγκατάλειψης ή της αναγέννησης. Όσοι ζούμε σε τούτο τον κόσμο εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχουμε προλάβει να βιώσουμε όλα τα προαναφερθέντα σε διάφορες περιοχές της Αθήνας.

Τι είναι αυτό όμως που τελικά χάνεται με τη Μουριά και την κάθε Μουριά που κλείνει;

Εκτός από το ίδιο το καφενείο, εκτός από την αύρα του που θα χαθεί στη μεσοαστική ατμόσφαιρα της Αθήνας ή το χιλιοπατημένο μωσαϊκό του, τους τοίχους με τις φωτογραφίες του ή τις ταλαιπωρημένες αλλά ακόμη ανθεκτικές καρέκλες του, μήπως χάνεται σιγά σιγά και η κοινωνική λειτουργία που επιτελούσε; Ποια είναι τα κοινωνικά δίκτυα που αναπτύσσονται γύρω από τέτοιου είδους τοπόσημα της πόλης; Μήπως αυτά είναι που κρατούν ακόμη συνεκτικούς τους δεσμούς μιας γειτονιάς; Ή μήπως, αντίθετα, οι ίδιοι αυτοί δεσμοί έχουν ήδη αρχίσει να εξασθενούν κι έτσι τα καφενεία παύουν να είναι αναγκαία;

Τα καφενεία κλείνουν επειδή αλλάζουμε κι εμείς. Επειδή συναντιόμαστε λιγότερο αυθόρμητα, εργαζόμαστε διαφορετικά, επειδή η καθημερινή μας κοινωνικότητα μεταφέρεται όλο και περισσότερο σε ψηφιακούς χώρους ή σε χώρους οργανωμένης κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που ένα τέτοιο καφενείο κλείνει, χάνεται κι ένας από τους τελευταίους τόπους όπου αυτές οι μορφές κοινωνικής ζωής εξακολουθούν να επιβιώνουν! Είναι ένας σχεδόν φαύλος κύκλος: η κοινωνική λειτουργία του καφενείου αποδυναμώνεται επειδή αλλάζει η κοινωνία και η κοινωνία αλλάζει ακόμη περισσότερο κάθε φορά που χάνει έναν από τους χώρους που τη διατηρούσαν ζωντανή.

Από την άλλη, έχει και η κοινωνία χρέος, οι κάτοικοί της, οι φορείς και όλοι όσοι σχεδιάζουν ή όχι, μία πόλη, πραγματικά ή ουσιαστικά, όχι αλαλάζοντας για 2-3 μέρες στο φβ, αλλά ζώντας την, ρουφώντας το μεδούλι της, αναπνέοντας την καθημερινότητά της, φέρνοντας βόλτα τα στενά της, κάνοντας έρωτα στους σουμιέδες της, περιδιαβαίνοντας κάτω από την πανσέληνό της. Η ευθύνη η δική μας μάλιστα, η ευθύνη των πολιτών κάθε πόλης, είναι μεγαλύτερη από εκείνη της συλλογής μερικών δεκάδων χιλιάδων υπογραφών. Αυτή η ευθύνη, συμφωνώ με τον κύριο Βατόπουλο, έγκειται στη διατήρηση της μνήμης και στη γραμμική συνέχεια της πόλης. Η μνήμη δεν κατοικεί μόνο στους τοίχους, αλλά και στις διαδρομές, στις αφηγήσεις, στις καθημερινές συνήθειες. Από αυτά δημιουργείται η αστική ζωή!

Μια πόλη δεν φοβάται τις αλλαγές, γιατί αυτές υπό προϋποθέσεις την αναζωογονούν, ειδικά δε, όταν δεν διακόπτουν τον διάλογο με όσα προηγήθηκαν. Το ακούμε συχνά πυκνά για τα πιο πετυχημένα νεότευκτα κτίρια, ότι «συνομιλούν» με το παρελθόν τους. Δεν είναι κάτι ουτοπικό ή υπερβολικό, είναι απολύτως εφικτό όταν έχουμε διατηρήσει στο μυαλό και στην καρδιά και στα κατάστιχά μας την ιστορία της πόλης μας.

Επανερχόμενος στην περίπτωση της Μουριάς, από όπου ξεκίνησα, ανακύπτει ίσως το δυσκολότερο ερώτημα. Με ποια κριτήρια αποφασίζουμε εμείς μέσα μας τι αξίζει να διατηρηθεί; Είναι η ηλικία ενός κτιρίου; Η αρχιτεκτονική του; Η ιστορία που κουβαλά; Οι άνθρωποι που πέρασαν από μέσα του; Η κοινωνική λειτουργία που εξακολουθεί να επιτελεί; Αν η Μουριά αξίζει να προστατευθεί, γιατί όχι ένα ιστορικό βιβλιοπωλείο στη Μπενάκη, το Jazz in Jazz στη Δεινοκράτους, ένα παλιό τσαγκάρικο στον Βύρωνα ή ένας αυλόγυρος στους Αγίους Αναργύρους; Αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος πως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να σωθεί η Μουριά. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μια πόλη θα επιλέξει τι εκείνη θέλει και αξίζει να θυμάται. Δεν μπορεί να διατηρηθούν τα πάντα, όπως δεν μπορούν να χαθούν και τα πάντα. Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο βεβαιότητες βρίσκεται η δυσκολότερη ίσως άσκηση κάθε πόλης με ιστορία και η δική μας μεγαλύτερη ευθύνη, ως ζώντα κύτταρα της Αθήνας μας: να αποφασίσουμε ποια ίχνη της πόλης θεωρούμε τόσο πολύτιμα, ώστε να τα μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές, χωρίς ταυτόχρονα να στερήσουμε από αυτήν το δικαίωμα να αλλάζει.

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS