Με τα πόδια ως το μπαρ: Μπορούν τα αλκοτέστ να αλλάξουν τον τρόπο που βγαίνουμε;
Πρώτα ήταν η οικονομική κρίση. Ύστερα η πανδημία και οι περιορισμοί της. Τίποτα από τα δύο δεν κατάφερε να αλλάξει πλήρως τον χαρακτήρα των εξόδων μας σε μπαρ και εστιατόρια. Εδώ και μερικούς μήνες όμως, μια ερώτηση τίθεται εν συσκέψει πολύ πριν αποφασιστεί ο προορισμός της βραδινής μας εξόδου, ο οποίος δυστυχώς, μέχρι πολύ πρόσφατα, ήταν σχεδόν δεδομένο πως θα βρίσκεται σε απόσταση τέτοια που θα δικαιολογούσε αμάξι. «Ποιος θα οδηγήσει απόψε, παιδιά;». Τα αλκοτέστ, βλέπετε, είναι η νέα πραγματικότητα. Αν δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, πολλές φορές μπορεί η βραδιά να τελειώσει πριν αρχίσει. Κακώς, θα δηλώσει το παρόν κείμενο. Υπάρχουν και τα μπαρ της γειτονιάς μας, όπου μπορούμε να πάμε με τα πόδια.
Οκ, αυτή όμως είναι μία από τις αναγνώσεις. Υπάρχει και εκείνη που λέει πως τα αλκοτέστ αύξησαν τη χρήση ΜΜΜ —τα οποία κι αυτά με τη σειρά τους βελτιώθηκαν λίγο, αλλά όχι αρκετά—, ή απλώς μείωσαν την κατανάλωση. Το μόνο βέβαιο πάντως είναι πως τα παραπάνω δεν αποτελούν απλώς προσωπική εντύπωση.
Τον τελευταίο χρόνο, με τον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οι έλεγχοι της Τροχαίας έχουν εκτοξευθεί: στο εξάμηνο από τον Σεπτέμβριο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026 διενεργήθηκαν περίπου 480.000 αλκοτέστ, έναντι περίπου 69.000 το αντίστοιχο διάστημα της προηγούμενης χρονιάς, δηλαδή σχεδόν επταπλασιάστηκαν. Το αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητα καλό. Τα θανατηφόρα τροχαία στην Αττική υποχώρησαν κατά περίπου 27%. Όπως το θέτουν και οι άνθρωποι του ΕΚΑΒ που μαζεύουν τους ανθρώπους από την άσφαλτο, οι οδηγοί πλέον είτε παίρνουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, είτε απλώς δεν κάθονται στο τιμόνι, κι έτσι έχουμε λιγότερους νεκρούς και λιγότερο αίμα στον δρόμο. Αυτός είναι άλλωστε ο σκοπός του αλκοτέστ, αφενός να πάρει το τιμόνι από κάποιον που έχει πιεί, αφετέρου να λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάποιον που θέλει να συνδυάσει το αλκοόλ με την οδήγηση.
Βεβαίως, υπάρχει και μια παράπλευρη συνέπεια που αφορά όσους γράφουμε, μιλάμε και εργαζόμαστε στον χώρο της εστίασης: ο κόσμος βγαίνει λιγότερο, και η κατανάλωση στους χώρους μας έχει υποχωρήσει. Το ερώτημα, προφανώς, δεν μπορεί να είναι αν θα γυρίσουμε στην παλιά «κανονικότητα», δεν θα γυρίσουμε κι ούτε πρέπει. Πιο σωστό είναι να αναρωτηθούμε αν υπάρχει τρόπος να βγαίνουμε ξανά για ποτό χωρίς να βάζουμε κανέναν σε κίνδυνο. Εκτός από τα ΜΜΜ, τα ταξί και την εκ περιτροπής ανάληψη του ρόλου του νηφάλιου οδηγού, υπάρχει κι άλλος ένας τρόπος, που εδώ και χρόνια τον έχουμε ξεχάσει, ίσως γιατί ήταν τόσο κοντά μας που σταματήσαμε να τον βλέπουμε.
Βλέπετε, για δεκαετίες, το αυτοκίνητο υπήρξε απαραίτητο «αξεσουάρ» της νυχτερινής μας ζωής. Το μπαρ που μπορούσες να πιεις ένα ποτό της προκοπής συνήθως απείχε «ένα μισαωράκι με το αμάξι», το βραβευμένο εστιατόριο λίγο πιο μακριά, πολλές φορές μαζευόμασταν σε περιοχές που δεν ήταν κοντά σε κανένα μας, ακριβώς επειδή όλα τα μέλη της παρέας θα έφθαναν εκεί οδηγώντας. Το «στέκι» μας ήταν το κέντρο κι ας μέναμε Γλυφάδα, τις Πέμπτες βγαίναμε βόρεια και για φαγητό παντού, από Πειραιά, μέχρι Πολυδένδρι. Σχεδιάσαμε μια ολόκληρη γεωγραφία διασκέδασης πάνω στην παραδοχή ότι η απόσταση δεν κοστίζει τίποτα, ότι μπορούμε να έχουμε πρόσβαση παντού και ανά πάσα στιγμή, αρκεί να έχουμε ένα αυτοκίνητο.
Βεβαίως, η παραδοχή αυτή έχει αρχίσει και καταρρέει. Και όταν αφαιρείς το αυτοκίνητο από την εξίσωση, ανακαλύπτεις πόσα πράγματα αλλάζουν. Ξαφνικά, το «μισαωράκι» γίνεται ένα ολόκληρο εγχείρημα logistics. Δεν βρίσκουμε εύκολα ταξί όταν το χρειαζόμαστε, τα ΜΜΜ μπορεί να μην φθάνουν μέχρι εκεί που θέλουμε να πάμε ή είναι ανεπαρκή, ίσως δεν συμφωνούμε τόσο εύκολα ποιος θα οδηγήσει. Ήταν μια κάποια ευκολία απλώς να μπούμε στο αμάξι και να βγούμε σε όποιο μπαρ θέλαμε εκείνη τη βραδιά, τώρα είναι, αν μη τι άλλο, πιο σύνθετο.
Ο «τρίτος τόπος» ήταν πάντα στη γωνία
Έχω γράψει ξανά για τον Ray Oldenburg σε προηγούμενο κείμενό μου. Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος, στο βιβλίο του «The Great Good Place», διατύπωσε μια ιδέα που έχει συζητηθεί αρκετά στο πλαίσιο της κουβέντας και του σχεδιασμού των σύγχρονων πόλεων: τη θεωρία του «τρίτου τόπου». Ο πρώτος τόπος είναι το σπίτι μας, ο δεύτερος είναι ο εργασιακός, ενώ ο τρίτος, σύμφωνα με τον Oldenburg, είναι όλα τα ενδιάμεσα, το καφενείο, η μπιραρία, το μπαρ της γειτονιάς, όλα τα μέρη εκείνα όπου ξεδιπλώνεται ανεπίσημα η κοινωνική ζωή μας, δίχως ρόλους και υποχρεώσεις, συνήθως όμως με τον ίδιο μπάρμαν και πάνω-κάτω με τα ίδια πρόσωπα. Ο Oldenburg αναφερόταν προφανώς σε μπαρ περισσότερο στο πρότυπο των στεκιών, ενώ στη θεωρία του υποστήριζε πως μια κοινωνία χωρίς «δυνατούς» τρίτους τόπους είναι μια κοινωνία πιο μοναχική, πιο κατακερματισμένη, πιο φτωχή ως προς τον τυχαίο, καθημερινό δεσμό που κρατάει αυτή τη γειτονιά ζωντανή. Σκεφτείτε το για λίγη ώρα και θα συνειδητοποιήσετε τουλάχιστον μισή ντουζίνα λόγους που το αποδεικνύουν.
Η ειρωνεία είναι πως, κυνηγώντας το «καλύτερο» ποτό όλο και πιο μακριά, εγκαταλείψαμε σιγά-σιγά τον «δικό μας» τρίτο τόπο. Μέχρι πρότινος ξεκινούσαμε καθημερινώς από το σπίτι μας και προσπερνούσαμε τα καφέ, τα καφενεία και τα μπαρ της γειτονιάς μας για να φτάσουμε κάπου πιο εντυπωσιακά, ή απλώς και μόνο «κάπου πιο μακριά». Σήμερα, μια ολόκληρη σχολή αστικού σχεδιασμού, η περίφημη «πόλη των 15 λεπτών» του Carlos Moreno, μας οδηγεί σε αυτά που οι παππούδες μας που σύχναζαν μια ζωή στο ίδιο καφενείο, ψώνιζαν από τα καταστήματα της γειτονιάς τους, κ.ο.κ. θεωρούσαν αυτονόητα: όλα όσα χρειάζεται κανείς για να ζήσει καλά οφείλουν να βρίσκονται σε απόσταση δεκαπέντε λεπτών με τα πόδια ή με το ποδήλατο. Το αλκοτέστ, με τον πιο απρόσμενο τρόπο, μας σπρώχνει ακριβώς εκεί, πίσω στη γειτονιά μας.
Είναι τα μπαρ καταφύγια;
Η λέξη ίσως ηχεί βαρύγδουπη, όμως πολλοί την έχουμε χρησιμοποιήσει και περισσότερες από μία φορές. Ένα στέκι της γειτονιάς είναι, με τον τρόπο του, ένα μικρό καταφύγιο. Όχι με την έννοια της φυγής, αλλά με εκείνη του μέρους όπου ξέρουν τ’ όνομά σου, προσέχουν αν κάτι πάει στραβά και σε περιμένουν χωρίς να χρειάζεται να ειδοποιήσεις.
Δεν γνωρίζω πόσοι από σας που διαβάζετε τούτο το κείμενο έχετε κάποιο στέκι στη γειτονιά σας, σε κοντινή απόσταση από το σπίτι σας, κάποιοι ενδεχομένως να έχετε βρει ένα. Να περνάτε για ένα ποτό μια καθημερινή, χωρίς κανέναν σχεδιασμό, ενδεχομένως και γυρνώντας από τη δουλειά σας ή σκαστοί από το σπίτι. Αν ναι, ο μπάρμαν σίγουρα θα σας γνωρίζει, εσάς και το αγαπημένο σας ποτό, ενδεχομένως να γνωρίζει και που μένετε, σε περίπτωση που γίνει κάποια στραβή, κάποια μέρα που μπορεί να πιείτε λίγο παραπάνω ή αν κλειδωθείτε απέξω, αν χρειαστείτε οποιαδήποτε βοήθεια, άλλωστε, μην ξεχνάτε, ένας από τους ρόλους των μαγαζιών της γειτονιάς είναι κι αυτός, αποτελούν τους γείτονες που μπορούν να σπεύσουν προς αρωγή σας, αν «ω, μη γένοιτο», συμβεί κάτι. Σας φαίνεται ίσως περίεργο; Ξένο; Cringe; Κακώς.
Για να επανέλθω όμως στον αρχικό λόγο του κειμένου τούτου, τα μπαρ αυτά της γειτονιάς, εκτός όλων των άλλων που μπορείτε να μην πιστεύετε, σίγουρα αποσοβούν το άγχος της επιστροφής στο σπίτι. Δεν έχετε να ανησυχείτε για κανένα αλκοτέστ, και πιο σημαντικό, αν θα εμπλακείτε σε κάποιο τροχαίο.
Ο αντίλογος, ή γιατί η γειτονιά δεν είναι πανάκεια
Θα ήταν, ωστόσο, εύκολο, αλλά και άδικο αν σταματούσα εδώ, στη γλυκερή εξιδανίκευση της γειτονιάς. Άλλωστε και οι γειτονιές δεν είναι ίδιες. Άλλος έχει την τύχη να μένει σε μια περιοχή με τρία αξιόλογα μπαρ και δύο μισελενάτα εστιατόρια σε ακτίνα πέντε λεπτών, και άλλος σε ένα προάστιο όπου το πλησιέστερο αξιοπρεπές ποτό απέχει υποχρεωτικά μια διαδρομή με το αυτοκίνητο. Η «πόλη των 15 λεπτών» αποτελεί ξεκάθαρα προνόμιο, το οποίο κατανέμεται άνισα.
Υπάρχει κι ένα δεύτερο, πιο επώδυνο σημείο, που μας αφορά άμεσα ως κλάδο. Το μπαρ για το οποίο αξίζει να διασχίσεις την πόλη, έχει τη δική του, αναντικατάστατη αξία. Η ειδική βραδιά, η επίσκεψη στον μπάρμαν που θαυμάζεις —ακόμη κι αν σήμερα αυτό εκλείπει— η σπέσιαλ εμπειρία που αναζητά κανείς μια στο τόσο, δεν αντικαθίστανται εύκολα ή πάντα από το στέκι της γειτονιάς, ακόμη κι αν μιλάμε για τη σημερινή εποχή όπου σχεδόν κάθε περιοχή έχει τουλάχιστον ένα καλό μπαρ. Και βέβαια, υπάρχουν μπαρ που στηρίχθηκαν ακριβώς σε αυτό το μοντέλο, σε μια πελατεία που ερχόταν από μακριά, με το αυτοκίνητο, ίσως γιατί λειτουργούν σε μη-οικιστικές περιοχές, σε περιοχές που δεν μένει κόσμος που θα τα έκανε στέκια σε walking-distance. Και βέβαια, αυτά τα μπαρ είναι εκείνα που πληρώνουν σήμερα και το βαρύτερο τίμημα της νέας πραγματικότητας.
Εννοείται βέβαια πως και το αλκοτέστ δεν είναι σύμμαχος της γειτονιάς από αγάπη για αυτή, παρά ένα μέτρο δημόσιας ασφάλειας που τυχαίνει να σπρώχνει τη συμπεριφορά μας προς μία κατεύθυνση που, για άλλους λόγους, είναι ευεργετική. Αναγνωρίζουμε αυτή τη σύμπτωση, δεν την εξιδανικεύουμε.
Πάντως, είτε από σύμπτωση, είτε από ανάγκη, είτε επειδή τα μπαρ της γειτονιάς μας έχουν πράγματι γίνει καλύτερα, πιστεύω πως τα επόμενα χρόνια θα στραφούμε ακόμη περισσότερο σε αυτά. Κι έτσι θα επιτελέσουν πιο αποτελεσματικά τον αρχετυπικό τους ρόλο, τον ρόλο των μπαρ ως κοινωνικών οργανισμών. Άρα ναι, μπορούν όντως να αλλάξουν τον τρόπο που βγαίνουμε.