ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ :

  • 25ml τζιν
  • 25ml Green Chartreuse
  • 25ml φρεσκοστυμμένος χυμός λάιμ
  • 25ml λικέρ Maraschino
 


09 Ιούλιος 2026



Last Word: Η τελευταία λέξη της κλασικής κουλτούρας του μπαρ


Τι θα σχολιάζατε αν σας έλεγα πως υπάρχει ένα κλασικό κοκτέιλ από την περίοδο πριν την Αμερικανική Ποτοαπαγόρευση, που επιβίωσε αυτής, στην πορεία εξέπεσε και ξεχάστηκε, επανήλθε όμως και έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή ποτά στις αρχές του νέου αιώνα που διανύουμε και παρ’ όλα αυτά, σήμερα, είναι σχεδόν αδύνατο να το φτιάξουμε; Κάπως έτσι συνοψίζεται η όχι-και-τόσο-σύντομη ιστορία του κοκτέιλ Last Word, ενός ποτού που όπως το Negroni βασίστηκε στην τέλεια αναλογία με τρία ίσα μέρη από ισάριθμα συστατικά, αυτό κατάφερε το ίδιο με τέσσερα υλικά!

Δεν είχε καν συμπληρώσει έναν χρόνο λειτουργίας όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά, στα τέλη του 2012, το Last Word Saloon στο Εδιμβούργο, ένα κοκτέιλ μπαρ εμπνευσμένο από το κλασικό αυτό κοκτέιλ. Το μπαρ σέρβιρε φυσικά το ομώνυμο κοκτέιλ, όπως και παραλλαγές του. Είχαμε ξεκινήσει και στην Αθήνα λίγα χρόνια πριν να γοητευόμαστε από την ισορροπία που προσέφερε ο συνδυασμός του τζιν, με το αλπικό λικέρ, το λικέρ μαρασκίνο και τον χυμό λάιμ. Ήταν βεβαίως ο χαρακτήρας του Green Chartreuse που αμέσως το κατέταξε ανάμεσα στα κοκτέιλ εκείνα που έγιναν αγαπημένα, κυρίως μεταξύ των μπάρμαν.

Η International Bartenders Association κατατάσσει το Last Word στα ‘’Unforgettables’’, στα πιο διαχρονικά δηλαδή κλασικά κοκτέιλ που έχουν αντέξει στον χρόνο και που πιθανότατα πρόκειται να συνεχίσουν να καταναλώνονται. Είναι όμως έτσι; Έχω τους προβληματισμούς μου. Βλέπετε, ένα εκ των βασικών συστατικών του, το Green Chartreuse, όπως έχω γράψει ξανά, διανύει παρατεταμένη περίοδο αυξημένης παγκόσμιας ζήτησης, την οποία δεν μπορεί και δεν θέλει να καλύψει. Πριν όμως αναλύσω το σήμερα, θέλω να σας ταξιδέψω έναν αιώνα και μερικά χρονάκια ακόμη προς τα πίσω. Στο σωτήριο έτος 1915.

Στα βόρεια σύνορα των ΗΠΑ με τον Καναδά, στην ιστορική πόλη του Ντιτρόιτ, ιδρύθηκε εν έτει 1887 το Detroit Athletic Club, ένα από τα πιο ιστορικά πριβέ κλαμπ των ΗΠΑ, με δική του ομάδα σε διάφορα αθλήματα, επιφανείς Ντιτροιτέζους ως μέλη, επιρροή στην τοπική κοινωνία, φιλανθρωπικές δράσεις και όλα τα σχετικά. Το 1915 το κλαμπ μεταφέρθηκε στο νεόδμητο clubhouse του, ένα επιβλητικό κτήριο νέο-αναγεννησιακού ρυθμού που στέκει ως σήμερα, απέναντι ακριβώς από το Μέγαρο Μουσικής της πόλης. Έναν χρόνο αργότερα, κάνει την παρθενική του εμφάνιση το κοκτέιλ Last Word!

Στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του επίσημου περιοδικού που στελνόταν στα μέλη του DAC, υπήρχε ένθετο κι ένα μενού με ποτά από το κλαμπ, το οποίο συμπεριλήφθηκε ως σουβενίρ. Εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά το Last Word, με τιμή 35 σεντς, δηλαδή —πιστέψτε το— ένα από τα ακριβότερα ποτά, αν όχι το ακριβότερο της λίστας!

Η ιστορία όμως του Last Word συνδέθηκε, η διάδοσή του σχεδόν ταυτίστηκε δηλαδή με ένα υπαρκτό πρόσωπο… του καλλιτεχνικού κόσμου! Ο Frank Fogarty άφησε πίσω του μια πλούσια και ενδιαφέρουσα καριέρα ως περφόρμερ του Βοντβίλ, μιας από τις πλέον δημοφιλείς αμερικανικές ψυχαγωγικές σκηνές των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Fogarty έγινε γνωστός ως «Δουβλινέζος Μενεστρέλος», εκτελώντας πολυάριθμα νούμερα βαριετέ, από τραγούδια και ακροβατικά, μέχρι απαγγελίες κωμικών μονολόγων και θεατρικά νούμερα.

Για χρόνια, ο Fogarty παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος που δημιούργησε ή έφερε το Last Word στο Detroit Athletic Club. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση όμως δείχνει κάτι πιο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε αρχικά στο DAC News και αναδημοσιεύτηκε από το Detroit Metro Times, το ποτό υπήρχε ήδη στο μενού του συλλόγου πριν από την πρώτη τεκμηριωμένη επίσκεψη του Fogarty στο DAC, τον Δεκέμβριο του 1916. Δεν υπάρχει επίσης καμία ένδειξη ότι ο Fogarty υπήρξε μέλος, εργαζόμενος ή μπάρμαν στο μπαρ του συλλόγου.

Το πιθανότερο είναι να το δοκίμασε στο Ντιτρόιτ, να εντυπωσιάστηκε, να πήρε τη συνταγή και να τη μετέφερε στη Νέα Υόρκη.

Κάπως έτσι άλλωστε ταξιδεύουν συχνά τα κοκτέιλ και μερικές φορές εξελίσσονται. Ο Fogarty λοιπόν μπορεί να μην δημιούργησε το Last Word, όμως «φέρνοντάς» το στη Νέα Υόρκη το ενέγραψε στη συλλογική μνήμη της μπαρ κουλτούρας. Σε αυτόν αναφέρθηκε και ο Ted Saucier με το βιβλίο του “Bottoms Up” που κυκλοφόρησε το 1951: ‘’he introduced it around here’’. Ο Saucier ήταν για δεκαετίες ο άνθρωπος που φρόντιζε τη δημόσια εικόνα του Waldorf-Astoria στη Νέα Υόρκη και πιθανότατα με το «εδώ τριγύρω» εννοεί το Big Apple και όχι το Ντιτρόιτ, κάτι που ενισχύει την τωρινή βεβαιότητά μας για τον ρόλο του Fogarty.

Και ο ρόλος βέβαια του Saucier υπήρξε καθοριστικός για να φέρει το Last Word στο αθάνατο διηνεκές της σφαίρας των κλασικών κοκτέιλ. Διότι, υπενθυμίζω πως είχε μεσολαβήσει και η Αμερικανική Ποτοαπαγόρευση, περίοδος κατά την οποία πολλά κλασικά κοκτέιλ που δημιουργήθηκαν πριν από αυτήν, σταμάτησαν να παραγγέλνονται και χάθηκαν. Για την ακρίβεια, η πολιτεία του Μίσιγκαν, είχε στερέψει από αλκοόλ ήδη από το 1918, δύο χρόνια πριν την επίσημη ευθυγράμμιση με την Ποτοαπαγόρευση όλων των πολιτειών. Οι μετέπειτα συγγραφείς όμως, όπως ο Saucier, τα επανέφεραν και μέσω αυτών τα ανακαλύψαμε εκ νέου τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. 

Η επιστροφή του στο Σιάτλ

Κάπως έτσι ξεκίνησε και η δεύτερη καριέρα του Last Word, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στο Zig Zag Café του Σιάτλ. Εκεί, ο Murray Stenson ανακάλυψε τη συνταγή στο “Bottoms Up” του Saucier και την έβαλε στο μενού του μαγαζιού του. Εκείνη την περίοδο ελάχιστοι το γνώριζαν και ακόμη λιγότεροι το παρήγγελναν στα μπαρ.

Η επιτυχία του βεβαίως δεν ήταν τυχαία. Το Last Word κατέφθασε εκ νέου στα χαρτάκια με παραγγελίες των μπαρ ακριβώς τη στιγμή που οι Αμερικανοί μπάρμαν ξαναδιάβαζαν τα παλιά βιβλία, αναζητούσαν ξεχασμένα λικέρ και προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τη μνήμη της κουλτούρας του μπαρ πριν την Ποτοαπαγόρευση. 

Όπως είχε πει ο St. John Frizell, που εργάστηκε, μεταξύ άλλων και στο Pegu Club της Νέας Υόρκης, το Last Word είχε γίνει στα μέσα των 00s κάτι σαν ‘’secret handshake’’ μεταξύ των πιο ψαγμένων μπαρτέντερ: ήξερες τη συνταγή, είχες τα τότε δυσεύρετα υλικά, άρα ανήκες στον κύκλο όσων έψαχναν σοβαρά την κουλτούρα του μπαρ πριν την Ποτοαπαγόρευση.

Το Green Chartreuse

Βεβαίως, δεν μπορεί να υπάρξει Last Word, χωρίς το Green Chartreuse, τουλάχιστον όχι μέχρι πριν μερικά χρόνια. Το αλπικό, μοναστηριακό, πρασινωπό λικέρ χαρίζει τη σπάνια αυτή βοτανικότητα στο αρωματικό και γευστικό προφίλ του που το έκανε τόσο μοναδικό. Για αυτό έχω γράψει εκτενώς εδώ, όπως επίσης έχω αναφέρει και τους λόγους για τους οποίους σήμερα έχει χαθεί η ευρεία πρόσβαση στο προϊόν και βέβαια έχει δημιουργήσει ένα ακόμη πιο μυθικό στάτους για το Last Word. Αυτή ακριβώς όμως η λατρεία, τόσο για το Chartreuse, όσο και για το ίδιο το κοκτέιλ, έχει αναγκάσει πολλούς παραγωγούς και μπαρτέντερ, να πειραματίζονται με νέα προϊόντα και να δημιουργούν υποκατάστατα, αφού το προφίλ και των δύο εξακολουθεί να θέλγει πρωτίστως τους δημιουργούς-μπαρτέντερ, όσο και τους καταναλωτές. 

Γιατί το Last Word επέστρεψε τόσο δυναμικά

Το Last Word ήταν ιδανικό για την εποχή που το ξαναβρήκε. Οι μπαρτέντερ της σύγχρονης αναβίωσης της κλασικής εποχής επιζητούσαν ποτά με ιστορία, απλή δομή και έντονο χαρακτήρα. Το Last Word τα είχε όλα. Ήταν παλιακό, αλλά έμοιαζε σύγχρονο. Βασιζόταν σε μια δομή με ίσα μέρη συστατικών, άρα εύκολα το θυμόταν κάποιος, όπως ακριβώς το Negroni. Ήταν όμως και αρκετά ιδιαίτερο ώστε να μη μοιάζει κοινότοπο.

Από εκεί και πέρα, η φόρμουλα του Last Word έγινε σημείο αναφοράς και για άλλα ποτά. Το Final Ward του Phil Ward αντικαθιστά το τζιν με ουίσκι από σίκαλι και το λάιμ με το λεμόνι, κρατώντας το Green Chartreuse και το Maraschino. Το Naked & Famous του Joaquín Simó, δημιουργημένο το 2011 στο Death & Co., ένα ακόμη σύγχρονο κλασικό, θεωρείται ομοίως παραλλαγή πάνω στη λογική του Last Word, με μεσκάλ, Aperol, Yellow Chartreuse και λάιμ σε ίσα μέρη. Ακόμη και το Paper Plane του Sam Ross, κι αυτό από τα σύγχρονα κοκτέιλ που παραγγέλνεται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο, κινείται στην ίδια οικογένεια των τεσσάρων ίσων μερών, αν και με μπέρμπον, Aperol, Amaro Nonino και λεμόνι, δεν θυμίζει σε τίποτα το αρχικό Last Word. Εδώ ίσως κάποιοι σηκώσετε φρύδι με τον παραλληλισμό μου, όμως μετά την αναβίωσή του, το Last Word υπήρξε εκ των πλέον επιδραστικών κλασικών κοκτέιλ τύπου sour με τέσσερα συστατικά σε ίσα μέρη, με ένα βασικό απόσταγμα, έναν χυμό εσπεριδοειδούς και δύο έντονα λικέρ να ισορροπούν σε απόλυτα ίσες αναλογίες. 

Προσωπικά, θεωρώ πως το Last Word είναι από τα ελάχιστα κοκτέιλ που εξηγούν καλύτερα από οποιοδήποτε σεμινάριο τι σημαίνει ισορροπία σε ένα κοκτέιλ, χωρίς όμως να χάνει και τον διακριτό του χαρακτήρα. Βεβαίως, όπως κάθε σοβαρό κοκτέιλ, θέλει καλό πάγο, καλό χτύπημα στο σέικερ για να αναδείξει τα αρώματά του και προσεκτική επιλογή στη βάση του ποτού. Εν προκειμένω, κάποιο κλασικό τζιν τύπου London Dry που να μην είναι έντονα αρωματικό, όπως πολλά «Νεοκοσμίτικα». Και κάτι για το οποίο ελάχιστα μιλούν και θέλω να τονίσω είναι το λικέρ μαρασκίνο. Η διαχρονικά παλιακή γοητεία και επίδρασή του στο τελικό ποτό είναι καθοριστικής σημασίας. 

Όμως ακόμη και το όνομα του Last Word, με τα λογοπαίγνια που κατά καιρούς χάρισε στην ανάλαφρη ατμόσφαιρα του μπαρ, δεν υπήρξε ελάσσονος σημασίας για το ανεξίτηλο της επιδραστικότητάς του.  

Last Word – διαδικασία

Διαδικασία: Χτυπήστε όλα τα υλικά μαζί με πάγο. Διπλοσουρώστε σε ποτήρι τύπου κοκτέιλ. Γαρνίρεται με μία σφήνα λάιμ ή με 2-3 κερασάκια τύπου Maraschino. 

  COCKTAILS  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS