Είναι τελικά η Ελλάδα «ένας μισοτελειωμένος φραπές»; Τέσσερις απόψεις για τη δήλωση της Σάττι και το «εθνικό» μας ρόφημα
Θύελλα αντιδράσεων ξέσπασε, όχι μόνο χθες, με τις δηλώσεις της Μαρίνας Σάττι περί φραπέ και πλαστικής καρέκλας, αλλά και από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε το «Ζάρι», η φετινή, ελληνική συμμετοχή στον διαγωνισμό της Eurovision. Αδιαμφισβήτητα, μια τουλάχιστον αμφιλεγόμενη συμμετοχή, που συζητήθηκε αρκετά στα σόσιαλ μίντια, αλλά και στις καθημερινές μας συνευρέσεις. «Εγώ πιστεύω ότι είναι η Ελλάδα αυτή, δεν νομίζω ότι παραποιήσαμε ή αλλοιώσαμε κάτι από την πραγματικότητα.», αυτό δήλωσε η Μαρίνα Σάττι σε ερώτηση δημοσιογράφου αν και κατά πόσο η Ελλάδα είναι μια πλαστική καρέκλα και ένας μισοτελειωμένος φραπές, στοιχεία που παρουσιάζονται στο βιντεοκλίπ του «Ζάρι».
Το ρόφημα που ανακάλυψε ο Δημήτρης Βακόνδιος, τυχαία, κατά δήλωσή του, το 1957 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και που ο πρόσφατα εκλιπών Χρήστος Λέντζος, του ομώνυμου καφέ, έκανε διάσημο, ένα ρόφημα που δεν πίνεται πουθενά αλλού στον κόσμο, ένας καφές δυνατός, που αντικαταστάθηκε σταδιακά από τον φρέντο και που πλέον πίνεται σε ολοένα και λιγότερα καφέ. Ή όχι; Μήπως τελικά ο φραπές πίνεται -ή και απολαμβάνεται- σε περισσότερα σημεία από όσα νομίζουμε και δε βλέπουμε μέσα από τη φούσκα μας; Μήπως αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κουλτούρας μας; Μήπως ακόμη και αυτό το «μισοτελειωμένος» δείχνει πράγματα για τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία μας που δύσκολα αποτινάζονται όσα χρόνια κι αν περάσουν;
Απέφυγα, τεχνηέντως, να καταθέσω τη δική μου, προσωπική άποψη επί του θέματος -αν και το έκανα λίγο πιο χιουμοριστικά στο φέισμπουκ- και αντί αυτού, ζήτησα από τέσσερις λάτρεις του καφέ τη δική τους. Την καταθέτω αυτούσια, μέσα από δύο ερωτήσεις που τους έθεσα και τους ευχαριστώ θερμά!
Μάκης Παπαντωνίου, coffee expert
– Ποια είναι η σχέση σας με τον καφέ;
Η σχέση μου με τον καφέ είναι αμιγώς επαγγελματική. Τα τελευταία 11 χρόνια ασχολούμαι με τον χώρο από διαφορά πόστα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό: από barista, ιδιοκτήτης καφέ και εταιρείας καφέ, εξωτερικός σύμβουλος σε διάφορα project γύρω από τον καφέ και τη γαστρονομία, μέχρι διαγωνιζόμενος σε πρωταθλήματα καφέ και προπονητής στα τελευταία.
Επομένως θα ήθελα να πιστεύω ότι έχω μια αρκετά σφαιρική άποψη γύρω από τον καφέ ως προϊόν, σε επίπεδο τόσο γαστρονομικό, όσο και πολιτισμικό, για αυτό και με ενδιαφέρει αρκετά αυτή η συζήτηση. Έχοντας αυξημένη την κοινωνιολογική μου περιέργεια λόγω ακαδημαϊκού background, με ενδιέφερε πάντα ο τρόπος με τον οποίο η γαστρονομία – και η εμπλοκή των ανθρώπων με αυτήν, κυρίως ως καταναλωτές- παράγει/διαμορφώνει τον πολιτισμό.

Μάκης Παπαντωνίου
– Τι είναι ο φραπές για την Ελλάδα και «είναι η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές»;
Ο φραπές για την Ελλάδα σε καμία περίπτωση δεν είναι ο παραδοσιακός ή κλασικός καφές. Σε όλα τα Βαλκάνια και τις αραβικές χώρες κυρίως, πάντοτε ένα τυπικό φλυτζάνι καφέ ήταν και είναι ο καφές στο μπρίκι. Κυρίως λόγω πολιτισμικής ταυτότητας-παράδοσης αλλά και λόγω χαμηλού κόστους και απλότητας στην παρασκευή επικράτησε ιστορικά στην Ελλάδα. Ο φραπές είναι μια σχετικά πρόσφατη εφεύρεση στην Ελλάδα, της δεκαετίας του 50’ και ήταν μια φυσιολογική προσαρμογή του ροφήματος του στιγμιαίου καφέ και της αυξημένης κατανάλωσης του στη χώρα μας.
Με τα χρόνια απέκτησε έναν ενδεχομένως cult συμβολισμό, με τον οποίο «παίζει» και καλλιτεχνικά το συγκεκριμένο τραγούδι. Ο φραπές σήμαινε και ίσως ακόμα σημαίνει κάτι απλό, λαϊκό, όχι επιτηδευμένο και εξευγενισμένο και σίγουρα όχι γαστρονομικά εξελιγμένο, μιας και μιλάμε για ένα προϊόν σχεδόν έτοιμο, όπως στα τρόφιμα είναι μια κονσέρβα.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μαζί με αρκετά άλλα παρωχημένα στερεότυπα για την Ελλάδα, τα οποία νομίζω ότι αναφέρονται περισσότερο σε μια πιο γραφική εικόνα την οποία έχει κάποιος από το εξωτερικό για την Ελλάδα – τα παλιά ταξί, τις παλιακες καρτ ποστάλ, τις πλαστικές καρέκλες και άλλα- σχηματίζουν μια εικόνα που σίγουρα υπάρχει σήμερα σε μεγάλο βαθμό, αλλά μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα και όχι με πραγματικότητα.
Προσωπικά δεν βλέπω κάποια κακή πρόθεση, αλλά μόνο χιούμορ και μια διάθεση σατιρική, τα οποία ας μην ξεχνάμε πως είναι και χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου διαγωνισμού. Επομένως, νομίζω πως κάθε περαιτέρω ανάλυση για την Ελλάδα και τον αν είναι η ίδια ένας «μισοτελειωμένος φραπές», σε αυτό το πλαίσιο, τουλάχιστον, δεν χρειάζεται. Από μια διαφορετική αφετηρία σίγουρα θα είχαμε πολλά να πούμε για αυτό!
Κυριάκος Αθανασιάδης, συγγραφέας
– Ποια είναι η σχέση σας με τον καφέ;
Α.Κ.: Ξυπνώ κάθε πρωί στις 5 και, μολονότι ως τις 6 κάνω διάφορα πράγματα, τα ίδια απαρεγκλίτως κάθε ημέρα και τις 365 ημέρες του χρόνου (βγάζω τα σκυλάκια μας βόλτα, αλλάζω το νερό τους, τα ταΐζω, τακτοποιώ το σαλόνι και το γραφείο μου, τινάζω κάτι ριχτάρια κλπ. κλπ.), αυτό που μου δίνει δύναμη και ώθηση είναι ο καφές που θα πιώ εκεί κοντά στις 6, μόλις κάτσω στο γραφείο μου. Είναι μυσταγωγική εμπειρία, ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Και δεν υπερβάλλω καθόλου προφανώς, το ίδιο ισχύει για κάτι δισεκατομμύρια ανθρώπους. Πίνω αρκετούς καφέδες όλη μέρα, αλλά εκείνος ο πρώτος, ο πρωινός, είναι μια κατάσταση από μόνος του. Πώς να το πω, μια χώρα, μια περιοχή. Κάτι πολύ περισσότερο από «αίσθηση». Είχα πολλές εξαρτήσεις στη ζωή μου, και ο καφές είναι η μόνη που δεν θα μου κοπεί ή δεν θα κόψω ποτέ.

Κυριάκος Αθανασιάδης
– Τι είναι ο φραπές για την Ελλάδα και «είναι η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές»;
Α.Κ.: Καταρχάς να πω ότι δεν έχω πιει ποτέ μου φραπέ, γιατί δεν πίνω ποτέ κρύο καφέ. Δεν έχω πιει φρέντο ποτέ μου επίσης, ή οτιδήποτε δεν είναι αρκετά ζεστό έως καυτό. Έχω κάποιο πρόβλημα με τα κρύα ροφήματα, αν εξαιρέσεις τη μπίρα και το νερό. Έπινα μια ζωή Νες, από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ακόμη και τα χρόνια που πέρασε στην απόλυτη περιφρόνηση από όλο το τένις, αλλά τα τελευταία χρόνια, καθώς πήραμε μια καλή μηχανή που αλέθει και τον καφέ, πίνω εσπρέσο — Americano, για την ακρίβεια. Πέντε ή έξι κούπες την ημέρα, ανάλογα με τη δουλειά. Τώρα, για τον φραπέ και την Ελλάδα, ναι, είμαστε η χώρα του φραπέ, προφανώς και είμαστε. Κι ας μην πίνει κανένας πια φραπέ. Ούτε κίονες χτίζει κανείς, τελευταία φορά που κοίταξα, αλλά δεν παύουν να χαρακτηρίζουν τον τόπο, έστω και σαν καρτ-ποστάλ. Όσο για την αποστροφή της Σάττι, «Η Ελλάδα είναι ένας μισοτελειωμένος φραπές», δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Είναι η πρώτη φορά που το αφόρητο απόφθεγμα του Ελύτη, «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι», κλπ., αποκτά σύγχρονο πρόσωπο. Εάν το ’λεγε οποιοσδήποτε άντρας αυτό, θα έμπαινε στην έκθεση στις πανελλήνιες. Τώρα το είπε ένα κορίτσι που δεν μασάει, είναι ανεξάρτητη, σέξι, ταλαντούχα και ωραία, κι έγινε —πόσο προβλεπέ— ο κακός χαμός. Δεν πειράζει, νιώθονται αυτά τα πράγματα. Η ζωή έχει καταπέσει σε σόσιαλ. Θα ζήσουμε και μ’ αυτό.
Θανάσης Νικολής, επικεφαλής roaster στην εταιρεία KUDU και εισηγητής
– Ποια είναι η σχέση σας με τον καφέ;
Ασχολούμαι επαγγελματικά με τον καφέ περισσότερα από είκοσι χρόνια. Είμαι πιστοποιημένος Q Grader και εργάζομαι ως επικεφαλής roaster στην εταιρεία Kudu τα τελευταία δέκα χρόνια. Έχω εκπαιδεύσει εκατοντάδες ανθρώπους του χώρου ως εισηγητής αντίστοιχων σεμιναρίων στη Bar Academy, έχω διατελέσει κριτής σε πανελλήνια πρωταθλήματα και έχω λάβει ο ίδιος μέρος σε πολλούς διαγωνισμούς κατακτώντας το πανελλήνιο πρωτάθλημα το 2013, ενώ στο παγκόσμιο έλαβα την 11η θέση. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η σχέση μου με τον καφέ είναι τόσο προσωπική, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο και κρατά πολλά πολλά χρόνια. Ορίζει την καθημερινότητα και την επαγγελματική μου πορεία.

Θανάσης Νικολής
– Τι είναι ο φραπές για την Ελλάδα και «είναι η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές»;
Πολλές φορές οι μαθητές μου με ρωτούν τη γνώμη μου για τον φραπέ. Οι απαντήσεις μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια πραγματικά έχουν αλλάξει, όπως κι εγώ ως άνθρωπος ωριμάζω, έτσι κι οι απόψεις μου έχουν στρογγυλέψει αρκετά.
Για εμένα ο καφές αποτελεί προϊόν πολυτελείας, ένα προϊόν που κανείς μας δεν το χρειάζεται για να επιβιώσει. Αυτό το εντάσσει κατευθείαν στο πλαίσιο της γαστρονομικής απόλαυσης. Αμέσως αμέσως έχουμε λοιπόν δύο διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι είναι αποδεκτοί και πρέπει να είναι αποδεκτοί, από τον κόσμο που καταναλώνει ένα προϊόν πολυτελείας και δαπανά χρήματα γι’ αυτό, αλλά μη ξεχνάμε και τον κόσμο που το καταναλώνει για την ψυχοτρόπο δράση του· όλοι πίνουν καφέ για να ξυπνήσουν, να πάνε τουαλέτα ή για να συνοδεύσουν το τσιγάρο τους. Υπάρχει λοιπόν αυτό το κοινό και πάντα θα υπάρχει.
Έχω πει πολλές φορές και έχω σοκάρει μαθητές θα τελευταία χρόνια λέγοντάς τους πως είναι καλύτερο να πιείς έναν φραπέ, παρά έναν κακά εκχυλισμένο εσπρέσο. Ο φραπές κατέχει τη θέση του στη κατανάλωση, αυτή δεν είναι μικρή και οφείλουμε να τη σεβαστούμε. Από την άλλη όμως πρέπει να δούμε την πραγματική χρήση του φραπέ και πότε αυτή ξεκίνησε.
Ο στιγμιαίος καφές, όπως το λέει και ίδια η λέξη, αποτελεί κάτι που κατασκευάστηκε για να φτιάχνεται στιγμιαία, που σημαίνει πως φτιάχτηκε για να εξυπηρετήσει κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες, όπως το κολατσιό σε τοποθεσία που δεν υπάρχει διαθέσιμος εξοπλισμός, το τονωτικό του εργάτη που βρίσκεται σε εξωτερικό χώρο ή του φαντάρου, κοκ Από την άλλη, όχι, ο φραπές δεν αποτελεί γαστρονομική εμπειρία, καθώς τα τελευταία χρόνια, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, δε θυμάμαι ποτέ να μύρισα διαφορετικά αρώματα σε αυτόν. Αποτελεί λοιπόν ένα προϊόν που δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες και κάποια στιγμή μπήκε και στα καφέ, αλλά και στα σπίτια μας και στις παρέες μας και έγινε συνήθεια.
Κάπως έτσι άλλωστε ήρθε και ο λεγόμενος «γαλλικός καφέ», όπου αρχικά τον πρέσαραν και στη συνέχεια πατούσαν ένα κουμπί και τον άφηναν να τρέχει και να βγάζει ένα μαύρο ζουμί, που, οκ, καλό ήταν για να παίρνουμε καφεΐνη, να κάνουμε και κανένα τσιγαράκι, να λέμε και δυο κουβέντες με τον συνάδελφο στο διάλειμμα της δουλειάς.
Πλέον όμως ο καφές στη σύγχρονη εποχή δεν είναι μόνο αυτό. Δεν καλύπτει μόνο αυτές τις ανάγκες, παρά προσφέρει και γαστρονομική απόλαυση σε πολλά επίπεδα.
Είναι λοιπόν η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές ή μισή κούπα ελληνικού καφέ; Δεν είναι τίποτα από τα δύο. Και τα δύο αποτελούν μέρος της ιστορίας μας και εν μέρει της σημερινής εποχής, αλλά όχι, δεν είναι η σύγχρονη Ελλάδα, καθώς τα τελευταία είκοσι χρόνια ο κόσμος αποδεικνύει πως γι’ αυτόν η γαστρονομική εμπειρία κατέχει μεγαλύτερο ρόλο από την καφεΐνη απλώς και τη δράση της. Αυτό φαίνεται από την ραγδαία ανάπτυξη των speciality coffee shop, από την αντίστοιχη ανάπτυξη της εστιατορικής σκηνής και τη μεγάλη εξέλιξη των κοκτέιλ στο χώρο μας. Καλό είναι να μην ξεχνάμε, αλλά καλό είναι να και βλέπουμε στο σήμερα και μπροστά και όσοι προβάλλουν την Ελλάδα να τη προβάλλουν γι’ αυτά που είναι και γι’ αυτά που ήταν, χωρίς παρορμητικές δηλώσεις.
Νίκος Βατόπουλος, δημοσιογράφος – συγγραφέας
– Ποια είναι η σχέση σας με τον καφέ;
Σταθερή σχέση ζωής. Δύο καφέδες τη μέρα. Έχω ακολουθήσει όλη τη σημειολογία του καφέ στην Ελλάδα. Η πρώτη γουλιά που ήπια ήταν λαθραία όταν ήμουν μικρός, και ήταν μια γουλιά καφέ τούρκικου, όπως λέγαμε τότε, πριν περάσει η γεωπολιτική σημειολογία του καφέ στη γλώσσα της επικοινωνίας. Οι γονείς μου έπιναν αμερικάνικο, όπως λέγαμε τότε, αρχικά σε percolator, αργότερα φίλτρου, και αυτόν έμαθα. Αλλά εδώ και χρόνια πίνω εσπρέσσο. Από τον φραπέ δεν πέρασα ποτέ, αλλά ξέρω τι σημαίνει στιγμιαίος. Μπορεί και αυτός να δώσει απόλαυση της στιγμής. Η κουλτούρα του καφέ στην Ελλάδα ακολουθεί όλο το φάσμα του αστικού εκσυγχρονισμού.
Προπολεμικά, μπορούσε να βρει κανείς εσπρέσσο ή αμερικάνικο καφέ μόνο σε μερικά κεντρικά καφενεία. Στα σπίτια έπιναν τούρκικο. Αυτός ήταν ο αποκλειστικός καφές στα σπίτια, έως ότου εισήχθη ο στιγμιαίος στα μέσα και προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ήταν μια εκσυγχρονιστική κίνηση της αγοράς που προσαρμοζόταν σταθερά στα διεθνή καταναλωτικά πρότυπα. Τότε εμφανίστηκαν και τα πρώτα πριζουνίκ ή σελφ σέρβις, πρόδρομοι των σημερινών σούπερ μάρκετ. Όλα είναι αλληλένδετα, ακόμη και με την ανοικοδόμηση, την εξάπλωση της αγοράς οικιακού εξοπλισμού, τον κινηματογράφο και τη διαφήμιση.
Να, λοιπόν, πώς μια γουλιά καφέ μπορεί να έχει μια πολύ γοητευτική παραπομπή σε όλες εκείνες τις δυνάμεις που αλλάζουν μια κοινωνία.

Νίκος Βατόπουλος
– Τι είναι ο φραπές για την Ελλάδα και «είναι η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές»;
Ο φραπές είναι ιδεολόγημα στη συμβολική του ανάλυση. Απηχεί επίσης και την ισχυρή αφομοιωτική δύναμη του νεοελληνικού πολιτισμού και την τάση του να προσαρμόζει στην οικεία κουλτούρα τις ξένες επιρροές. Ο Νες καφέ του 1960 έγινε σταδιακά ταυτόσημος με το ελληνικό καλοκαίρι ως διάθεση απελευθέρωσης από την παράδοση, στην πρώτη φάση του. Συνδέθηκε αρχικά με τη «μοντέρνα ζωή». Σταδιακά, ίσως στη δεκαετία του 1970, ο φραπές έγινε συνώνυμο μιας ιδιάζουσας αντίληψης για την έξω καρδιά απόλαυση και συνδυαζόταν ως εικόνα λαϊκής κουλτούρας με ένα ή δύο πρωινά τσιγάρα. Η ανάδυση του φραπέ με αυτή τη σημειολογία ήταν επόμενο να συνδυαστεί με μια μορφή ελληνικότητας με όλα τα στερεότυπα της ελληνικής απόκλισης από τον ευρωπαϊκό κανόνα παρά τη γαλλική ονομασία. Δεν είναι τυχαίο ότι η τεράστια διάδοση του φραπέ μετά το 1970 συνέπλευσε χρονικά με την επικοινωνιακή μετονομασία του τούρκικου καφέ σε ελληνικό (μετά το 1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο). Ο συνδυασμός της απόλαυσης του καφέ με μια μορφή ελληνικότητας σε ρυθμό ανταρσίας απέναντι στον αστικό καθωσπρεπισμό ήταν ένα πολιτισμικό φαινόμενο της Μεταπολίτευσης.
Η φράση «είναι η Ελλάδα ένας μισοτελειωμένος φραπές» με αφήνει παγερά αδιάφορο. Δεν την κατανοώ ούτε με ενδιαφέρει να την κατανοήσω.
Ο καθένας είναι ελεύθερος να εκφράζεται όπως του αρέσει. Απηχεί ωστόσο μια μοιρολατρική και ηττοπαθή, κατά τη γνώμη μου, μορφή αυτολύπησης και αδυναμίας να δει κανείς «έξω από το κουτί». Είναι μια φράση με μια δόση αυθάδειας. Ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει και αυτό που μπορεί.