Sullivans Cove εναντίον Salamanca whisky bar – case closed

 


07 Μάιος 2026




…όμως, ποιος κέρδισε στ’ αλήθεια;

Στις 6 Μαΐου 2026, και οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την επίμαχη Κυριακή του Απριλίου 2018, ένα δικαστήριο στο Χόμπαρτ της μακρινής Τασμανίας απέρριψε τις κατηγορίες εναντίον γνωστού μπαρ της πόλης. Σύμφωνα με αυτές, οι κατηγορούμενοι είναι αθώοι, αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά περισσότερα, επί της ουσίας, σχετικά με το ηθικό δίδαγμα της διαμάχης ή για το πως μπορεί τελικώς να προστατευθεί ένας καταναλωτής. Η υπόθεση της νομικής διαμάχης μεταξύ Sullivans Cove και Salamanca whisky bar έκλεισε, όμως ποιος κέρδισε στ’ αλήθεια; 

Αρχικά, τι δουλειά έχω να γράφω, ίσως αναρωτηθείτε, για κάτι που συνέβη στην Τασμανία. Δηλαδή, ίσως υπάρχουν μεταξύ των αναγνωστών και κάποιοι που μπορεί να μην γνωρίζουν καν που βρίσκεται! Κι όμως, η είδηση δεν αφορά μόνο τους 500 χιλιάδες περίπου συμπαθέστατους Τασμανούς-Αυστραλούς πολίτες, αλλά και τους απανταχού ουισκόφιλους, όπως βέβαια και τη βιομηχανία εστίασης.

Η ιστορία ξεκίνησε με μια σκηνή σαν από αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένα κυριακάτικο απόγευμα του Απριλίου 2018, τρεις άντρες μπαίνουν στο Salamanca whisky bar, ένα από τα δημοφιλέστερα ουισκόμπαρα του Χόμπαρτ, στην παραλιακή ζώνη της πρωτεύουσας της Τασμανίας. Πιάνουν ένα γωνιακό τραπέζι, κοιτούν τον κατάλογο και παραγγέλνουν τέσσερα διαφορετικά Sullivans Cove, το ντόπιο και πιο πολυβραβευμένο αυστραλέζικο ουίσκι του κόσμου, τέσσερις φορές καλύτερο Single Malt στον πλανήτη! Μέχρι εδώ, καθημερινότητα για το προσωπικό του μπαρ. Φαντάζομαι, ειδικά εκεί, θα το παραγγέλνουν συχνά. Βέβαια, η συγκεκριμένη περίπτωση απεδείχθη λίγο διαφορετική, καθώς ένας από τους τρεις πελάτες ήταν ο Adam Sable, διευθύνων σύμβουλος του Sullivans Cove Distillery, ο δεύτερος ήταν ο πατέρας του, και ο τρίτος, ο Ronald Goldschlager, πρόεδρος της εταιρείας.

Και δεν ήταν εκεί για να στηρίξουν το μπαρ επειδή «δουλεύει» με τα προϊόντα τους, όπως συχνά γίνεται από παραγωγούς και εταιρείες διανομής αλκοολούχων, αλλά για να εξακριβώσουν κάτι που λογικά κάποιος θα τους σφύριξε.  Όπως παραδέχθηκαν αργότερα και ενώπιον του δικαστηρίου, είχαν βάσιμες υποψίες πως στο εν λόγω μπαρ σέρβιραν «μαϊμού» Sullivans Cove. Και κάπως έτσι, αποφάσισαν να το διαπιστώσουν από μόνοι τους.

Η τύρφη τους έβαλε σε σκέψεις

Κάπως έτσι, αντί να πιουν τα ουίσκι τους, ο Goldschlager έβαλε μέρος από κάθε ποτό σε μικρά δοχεία δειγματοληψίας αγορασμένα από φαρμακείο (!) —πραγματικά, αυτό λέει η δικογραφία—, τα οποία θεωρητικά θα ήταν αποστειρωμένα, ίσως παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούμε για να περισυλλέξουμε διάφορα υγρά του σώματός μας, όμως φαντάζομαι, δεν θα ήταν σφραγισμένα, ούτε ειδικά σχεδιασμένα για ανάλυση πτητικών ενώσεων. Ο Sable τα μετέφερε στο ξενοδοχείο, όπου τα παρέλαβε ο τότε επικεφαλής απόσταξης Patrick Maguire. Τα μύρισε, τα δοκίμασε, και αποφάνθηκε ότι τουλάχιστον ένα από αυτά σίγουρα δεν προερχόταν από το δικό τους αποστακτήριο. Ο βασικός λόγος ήταν ότι στο επίμαχο δείγμα διέκρινε μια ξεκάθαρη «τυρφένια νότα», η οποία δεν είχε καμιά δουλειά εκεί, ούτε την παραμικρή σχέση με το αρωματικό προφίλ καμιάς έκφρασης του αποστακτηρίου.

Όλα αυτά λίγες μέρες αφότου είχε επισκεφθεί το ίδιο μπαρ και η συνάδελφός τους Heather Tillott, αποσταγματοποιός του Sullivans Cove και κριτής σε διεθνείς διαγωνισμούς ουίσκι, η οποία είχε και εκείνη εντοπίσει την ίδια περίεργη αρωματική νότα στο American oak.

Ακολούθησε εργαστηριακή ανάλυση στη Μελβούρνη. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, οι ειδικοί εντόπισαν δύο μοναδικούς χημικούς δείκτες που υπάρχουν στα γνήσια Sullivans Cove, αλλά απουσίαζαν από τα δείγματα του μπαρ. Με όλα αυτά στα χέρια του, ο Cameron Le Fevre ως στέλεχος ενός κρατικού φορέα προστασίας του καταναλωτή ξεκίνησε επίσημη έρευνα, εκδόθηκαν δύο εντάλματα, και τελικά το 2021 το μπαρ και ο διευθυντής του Paul Morley αντιμετώπισαν δύο κατηγορίες ο καθένας για «λανθασμένη αποδοχή πληρωμής», αυτό που στα ελληνικά μάλλον θα λέγαμε εξαπάτηση πελάτη.

Η απόφαση και τα τρία αγκάθια της

Την περασμένη Παρασκευή, ο δικαστής Andrew McKee απέρριψε τις κατηγορίες. Θεώρησε πως όλη η υπόθεση «παρουσίαζε σημαντικά ζητήματα αξιοπιστίας και πιστότητας», με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται το όριο του «πέρα από εύλογη αμφιβολία».

Διαβάζοντας το σκεπτικό, εντοπίζονται τρία πραγματικά προβλήματα:

Πρώτον, το chain of custody των στοιχείων-δειγμάτων. Πότε συλλέχθηκαν και πώς, πώς μεταφέρθηκαν, που πήγαν, κοκ. Σε υπόθεση που κρίνεται από μια χημική ανάλυση ακριβείας, η κακή διαχείριση αυτής της «αλυσίδας» αποτελεί ολέθριο αμάρτημα. Ένα αμάρτημα που έδωσε στην υπεράσπιση το πιο εύκολο μαξιλαράκι του κόσμου.

Δεύτερον, ο δικαστής δεν μπόρεσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο τα ποτά να σερβιρίστηκαν εν αγνοία τους από display μπουκάλια που δεν περιείχαν Sullivans Cove. Με άλλα λόγια, λάθος του μπαρτέντερ και όχι δόλος των ιδιοκτητών του μπαρ.

Τρίτον, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο για όλους όσοι δουλεύουν ή πίνουν σε ουισκόμπαρα: δεν μπόρεσε να αποκλείσει ότι η αίσθηση τύρφης του ύποπτου ποτηριού οφειλόταν σε μεζούρα που είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί για κάποιο τυρφώδες ουίσκι, κάτι που ισχυρίστηκε και η ίδια η υπεράσπιση. Ένα, δηλαδή, συνηθισμένο, καθημερινό λάθος υγιεινής εργαλείου.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το μπαρ Salamanca βρέθηκε στους τίτλους ειδήσεων

Όλη αυτή η ιστορία αποκτά διαφορετικό βάθος, καθώς, στην έρευνά μου για το μπαρ, διαπίστωσα ότι αυτό έχει γίνει ξανά πρωτοσέλιδο, αυτή τη φορά, πίσω στο 2017. Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, το ίδιο ABC News της Αυστραλίας δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για ομάδα Τασμανών μουσικών στους οποίους οφείλονταν χιλιάδες δολάρια για εμφανίσεις στο μπαρ, εμφανίσεις που είχαν γίνει κανονικά, αλλά δεν είχαν πληρωθεί. Εντωμεταξύ, το μπαρ τότε λειτουργούσε στο ίδιο ακριβώς κτίριο που στέγαζε προηγουμένως το Nant Whisky Bar and Kitchen, μέρος του επιχειρηματικού δικτύου της Nant Distilling Company, την εποχή που εκείνη κατέρρεε εν μέσω ενός σκανδάλου με 700+ «βαρέλια επενδυτών», τα οποία δεν είχαν ποτέ γεμίσει, μια από τις σοβαρότερες υποθέσεις απάτης στην ιστορία του ουίσκι.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σημερινή υπόθεση είναι ότι ο Paul Morley, ο σημερινός διευθυντής του μπαρ που μόλις αθωώθηκε, εμφανιζόταν ήδη από το 2017 στην ίδια θέση, τον οποίον οι μουσικοί και κατά δήλωσή τους, προσπαθούσαν μάταια να εντοπίσουν για να εισπράξουν τα δεδουλευμένα τους. Όταν τότε τον πλησίασε το ABC, αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με το Salamanca Whisky Bar. Η δικαιοσύνη φυσικά δίκασε τη συγκεκριμένη υπόθεση και μόνο, και ορθώς δεν αξιολόγησε προγενέστερες ιστορίες. Ως αναγνώστες όμως, δικαιούμαστε να συγκρατήσουμε πως το συγκεκριμένο μπαρ και ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας έχουν ήδη ένα ιστορικό αμφισβητούμενων πρακτικών που προηγείται κατά μία ολόκληρη χρονιά της παρακολούθησης από τη Sullivans Cove.

Η Sullivans Cove έχασε μόνη της τη μάχη

Επιστρέφοντας όμως στα της Sullivans Cove, τα πράγματα φαίνονται πως είναι πιο απλά. Ή μήπως όχι; Σε κάθε περίπτωση, η γνωστή εταιρεία ουίσκι και οι ιδιοκτήτες της είχαν προφανώς λόγους να ανησυχούν. Κι αυτό γιατί οι δικές τους έμπειρες μύτες, ειδικά όταν πρόκειται για το δικό τους προϊόν, εντόπισαν δύο φορές κάτι που δεν τους κολλούσε. 

Όμως από εκεί και πέρα, τα έκαναν θάλασσα. Όταν αποφασίζεις να στήσεις δικό σου ”sting operation” αντί να ενημερώσεις από την αρχή τις αρχές, όταν μεταφέρεις δείγματα σε φιαλίδια αγορασμένα από φαρμακείο διαμέσου τριών πόλεων, όταν η αλυσίδα φύλαξης δεν ταυτίζεται σε τίποτα με μια τυπική forensic διαδικασία, ε, τότε, ακόμη κι αν μπορεί να έχεις δίκιο, είσαι χαμένος από την αρχή, απαξιώνοντας μάλιστα την όποια νόμιμη διαδικασία. Ένα τηλέφωνο στον εισαγγελέα από την πρώτη στιγμή, ίσως να είχε λειτουργήσει πολύ καλύτερα. 

Από την άλλη, κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλά, αφορά το ίδιο το μπαρ. Μπορεί το «λάθος» του μπάρμαν, ο οποίος σύμφωνα με την υπεράσπιση «μπορεί να χρησιμοποίησε λάθος φιάλη ή να μην ξέπλυνε τη μεζούρα», να στέκει νομικά, πλην όμως, δεν μπορεί να στέκει στην καθημερινότητα ενός από τα κορυφαία μπαρ του νησιού. Κι αυτό γιατί δεν γίνεται κάποιος, οποιοσδήποτε πελάτης να (χρυσο)πληρώνει ένα δράμι ουίσκι και να του έρχονται γεύσεις από κάποιο άλλο ή και κάτι που μπορεί να είναι χρωματισμένο ζουμί κάποιας display φιάλης. Είτε εξαπάτηση, είτε αμέλεια, ο καταναλωτής δικαίως αισθάνεται απροστάτευτος. 

Το τελικό ρεζουμέ

Κλείνοντας, αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να δούμε όσο πιο αντικειμενικά γίνεται την υπόθεση —όχι τη νομική της έκβαση— μπορούμε να αναρωτηθούμε το εξής: εφαρμόζοντας το γνωστό και διαχρονικό ερώτημα του ‘’cui bono?’’ είχε, άραγε, οποιοδήποτε όφελος για την ίδια τη Sullivans Cove μια τέτοια κατηγορία σε ένα μπαρ που μάλιστα πουλούσε τα προϊόντα της; Σίγουρα, όχι. Από την άλλη, κάθε παραγωγός, ειδικά ενός πολυβραβευμένου προϊόντος που βασίζεται στη φήμη και στην πολύ συγκεκριμένη γεύση, που δεν είναι μαζικής παραγωγής και διάθεσης, αλλά απόλυτα περιορισμένης, οφείλει να το «προστατεύει». Και, φαντάζομαι, για να μπήκαν στην διαδικασία τα ίδια τα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας να κάνουν αυτό το τύπου sting operation για να πιάσουν στα πράσα τους παρανομούντες, η υπόθεση θα ήταν παραπάνω από σημαντική. 

  News     Whisk(e)y  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS