Τα λογότυπα των παμπ έχουν τη δική τους ιστορία

 


24 Ιούλιος 2026

Λέοντες, ελάφια και λύκοι σε ταμπέλες στις πρώτες βρετανικές παμπ. 

Όσοι αγαπάμε τα μπαρ και την κουλτούρα τους κι έχουμε περιηγηθεί στους δρόμους του Λονδίνου σίγουρα θα έχουμε πέσει πάνω σε μία τουλάχιστον παμπ με το όνομα Red Lion ή White Hart. Το πρώτο λένε πως είναι το πιο συνηθισμένο όνομα για παμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το δεύτερο, ομοίως πολύ συνηθισμένο, λένε πως απορρέει από το προσωπικό έμβλημα του Ριχάρδου Β’. Παρόμοια ονόματα παμπ με τα αντίστοιχα σχέδια στις πινακίδες τους έχουμε πετύχει σε ταινίες και σειρές εποχής, σε video game και βεβαίως σε γκραβούρες. Και καθώς, όπως είναι γνωστό, μου αρέσουν ιδιαιτέρως οι ιστορικές «ανασκαφές», αποφάσισα να γράψω για τις πινακίδες των πρώιμων αυτών παμπ. Αφορμή; Ένα βίντεο στο τικτοκ που παρακολούθησα τις προάλλες.

Σύμφωνα με αυτό, τα ονόματα, αλλά και οι εικονογραφημένες πινακίδες των πρώτων παμπ του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν απότοκοτο του αναλφαβητισμού της πλειονότητας του πληθυσμού. Επειδή ο κόσμος δεν ήξερε γράμματα, εξηγούσε το βίντεο, χρησιμοποιούσαν ζώα και σχήματα, για να τις αναγνωρίζουν εύκολα, τόσο οι ντόπιοι, όσο και οι ταξιδευτές που μπορεί να περνούσαν από κει. Μην ξεχνάμε άλλωστε, πως οι πρώιμες παμπ είχαν τον ρόλο και πανδοχείων, για να ξαποστάσουν οι διαβάτες. Η πραγματικότητα, βέβαια, δεν είναι τόσο απλοϊκή.

Αρχικά, οφείλουμε να αποδώσουμε την πατρότητα της εν λόγω συνήθειας στους Ρωμαίους. Στις taberna τους συνήθιζαν να κρεμούν κλήματα έξω από την πόρτα για να δηλώσουν πως μέσα πωλείται κρασί.  Στη Βρετανία, όπου το αμπέλι δεν ευδοκιμούσε, τη θέση του πήρε ένας θάμνος —συνήθως κισσού— ο οποίος αποτέλεσε κι αυτός κάτι σαν διαφημιστική πινακίδα. Από εκεί κρατάει και η παροιμία ‘’good wine needs no bush’’, το καλό κρασί δηλαδή, δεν χρειάζεται διαφήμιση. Αντίστοιχα, για τη μπίρα υπήρχε το ale-stake, ένα μακρύ ξύλο καρφωμένο πάνω από την είσοδο, ένας πάσσαλος ο οποίος σηματοδοτούσε τη διαθεσιμότητα φρέσκιας μπίρας από το εκάστοτε πανδοχείο. Μην ξεχνάτε πως τα περισσότερα πανδοχεία ή μεταγενέστερες παμπ, έφτιαχναν οι ίδιοι τις μπίρες τους.

Το 1393 όμως, ο Ριχάρδος Β΄ νομοθετεί και εμπράκτως υποχρεώνει όποιον παρασκευάζει μπίρα για πούλημα, να κρεμάσει ένα σήμα έξω από το κατάστημά του, αλλιώς κατάσχετο το εμπόρευμα. Ο περιβόητος ale-conner, ο επίσημος γευσιγνώστης του στέμματος, είχε ως υποχρέωση τον εντοπισμό των καταστημάτων και τον ποιοτικό τους έλεγχο, όπως βεβαίως και τον ορισμό της τιμής των προϊόντων τους, σχεδόν αποκλειστικά δοκίμαζε τα προϊόντα ζύμωσης, δηλαδή μπίρα και ψωμί! Η υποχρεωτική ταμπέλα, όπως αντιλαμβάνεστε, δημιουργήθηκε και επιβλήθηκε από τον ελεγκτικό μηχανισμό.

Ο αναλφαβητισμός βεβαίως, εξηγεί γιατί η ταμπέλα ήταν εικόνα, αντί για ένα απλό όνομα. Το εκάστοτε κατάλυμα όφειλε να έχει ένα όνομα και μια ταμπέλα για να το βρίσκει ο ελεγκτής από τον δρόμο, όμως επί τη ευκαιρία, οι ιδιοκτήτες φρόντισαν να το κάνουν ευδιάκριτο και στον κόσμο που δεν ήξερε γράμματα. Έτσι, για παράδειγμα, ονόμαζε το πανδοχείο του «Λευκό Ελάφι» και ζωγράφιζε ένα στο κέντρο της ταμπέλας. Από που όμως αντλείτο έμπνευση για τα ονόματα αυτά και τις αντίστοιχες εικόνες;

Τις περισσότερες φορές αυτά εμπνέονταν από οικόσημα. Όπως έγραψα και πιο πάνω, το λευκό ελάφι υπήρξε το προσωπικό έμβλημα του ίδιου του Ριχάρδου. Ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας που το κρεμούσε δήλωνε «εδώ είμαστε με τον βασιλιά». Το ίδιο και το κόκκινο λιοντάρι, το τριαντάφυλλο με το στέμμα, ο γρύπας, όλες υπήρξαν δηλώσεις αφοσίωσης, προστασίας, συμμαχιών ή ακόμη και ιδιότυπες, με σημερινούς όρους, co-branding συνεργασίες με τον οίκο ή με κάποιον οίκο, ή με οποιονδήποτε ισχυρό.

Ένας διαφορετικός λόγος και συνάμα ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου, υπήρξε το σχετικό με τις συντεχνίες. Η εικονική επιγραφή καθιερώθηκε από τις εκάστοτε συντεχνίες, έτσι για παράδειγμα, οι σιδεράδες είχαν απέξω το αμόνι ως σήμα τους, οι φαρμακοτρίφτες το γουδί με το γουδοχέρι, οι μπακάληδες τον κώνο ζάχαρης (sugarloaf). Αλλά και το πασίγνωστο barber pole, της Worshipful Company of Barber-Surgeons —ναι, οι πρώτοι μπαρμπέρηδες έκαναν και μικροχειρουργικές επεμβάσεις, όπως αφαιρέσεις δοντιών!—, οι τρεις χρυσές σφαίρες ή τα τρία σακιά χρυσού, ως σύμβολα των ενεχυροδανειστών, κοκ. Όλο το εμπόριο δούλευε έτσι, όχι μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και σε πολλά άλλα αναπτυγμένα κράτη.

Τέλος, η ταμπέλα, πρωτίστως στο μεσαιωνικό Λονδίνο, υπήρξε και τρόπος συγκεκριμενοποίησης της διεύθυνσης. Η αλληλογραφία έφθανε στο «Λευκό Ελάφι», καθώς εν τη απουσία διευθύνσεων και ταχυδρομικών κωδικών, δεν υπήρχε άλλος τρόπος ένδειξης και ταυτοποίησης.

Αξίζει εδώ μια παρένθεση για το σχήμα και τη θέση της ίδιας της πινακίδας. Θα το έχετε προσέξει σε γκραβούρες και σε ταινίες εποχής: σχεδόν ποτέ δεν ήταν κολλημένη στην πρόσοψη, αλλά κρεμασμένη κάθετα σε ένα σιδερένιο μπράτσο, έτσι ώστε να προεξέχει πάνω από τον δρόμο. Ο λόγος είναι απλός και καθαρά πρακτικός. Σε ένα στενό μεσαιωνικό σοκάκι με προεξέχοντες ορόφους, μια επιγραφή επίπεδη στον τοίχο θα ήταν ουσιαστικά αόρατη, θα μπορούσε να τη δει κάποιος μόνο όταν θα είχε ήδη φθάσει μπροστά της. Κρεμασμένη κάθετα, αντιθέτως, διαβαζόταν σε όλο το μήκος του δρόμου και από τις δύο κατευθύνσεις προσέγγισης. Άλλωστε το σιδερένιο μπράτσο δεν ήταν παρά η εξέλιξη του ale-stake. Από τη στιγμή βέβαια που κρεμούσαν όλοι πινακίδες, ξεκίνησε και η αναμενόμενη κούρσα για εκείνον του οποίου η ταμπέλα θα προεξείχε περισσότερο, άρα θα είχε και την καλύτερη προβολή.

Πολύ συνηθισμένη επίσης ήταν η ονοματοδοσία των παμπ από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, σπουδαίες μάχες ή κατακτήσεις. Η παμπ Saracen’s Head εμπνεύστηκε από τις Σταυροφορίες, η Royal Oak από την απόδραση του Καρόλου Β’ μετά τη νίκη του Όλιβερ Κρόμγουελ, κοκ.

Όμως θα δείτε πως τα ονόματα των παμπ εμπνεύστηκαν στο παρελθόν από έναν σωρό αφορμές. Από αθλητικές διοργανώσεις (κυνομαχιών, κυνηγιού, ψαρέματος, κοκ), από μύθους της εποχής, τη λογοτεχνία και την ποίηση, μέχρι ακόμη και με χιουμοριστικές αφορμές!

Και κάπως έτσι η ιστορία κλείνει με τον πιο πεζό τρόπο, οι πινακίδες κάποια στιγμή έγιναν τόσο μεγάλες και βαριές που άρχισαν… να σκοτώνουν κόσμο. Το 1718 μια τεράστια επιγραφή στη Bride Street του Λονδίνου κατέρρευσε, παρασύροντας μέρος της πρόσοψης και σκοτώνοντας τέσσερις ανθρώπους. Στο Παρίσι του 18ου αιώνα και στο Λονδίνο μεταξύ 1762 και 1773, νόμοι υποχρέωσαν σταδιακά τις πινακίδες να κατέβουν από τα μπράτσα τους και να στερεωθούν επίπεδα πάνω στις προσόψεις (η επιτροπή του 1762 που τις μάζεψε όλες δημιούργησε ουσιαστικά τη σύγχρονη επιγραφή-μετώπη που ξέρουμε σήμερα). Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και η αρίθμηση των σπιτιών. Και κάπως έτσι, από τη στιγμή που τη δουλειά της διεύθυνσης την αναλάμβανε πλέον ο αριθμός, η ταμπέλα έμεινε λίγο-πολύ άνευ πρακτικής χρησιμότητος και μετετράπη σε ένα καθαρό λογότυπο, επιτελώντας τον σημερινό της ρόλο.

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS