Πως έχουν εξελιχθεί μέσα στα χρόνια τα σταθερά εκείνα σημεία που συναντιόμασταν χωρίς ραντεβού, περνούσαμε ώρες χωρίς κινητά και διασκεδάζαμε; Τί κάνουν σήμερα οι θαμώνες του τότε και πού αράζουν οι σημερινοί πιτσιρικάδες; Έξι Αθηναίοι γράφουν για τα στέκια (τους) και για τις ανάγκες των θαμώνων τότε σε σύγκριση με αυτές των σημερινών, είκοσι χρόνια πριν και… σήμερα.
Μια από τις πιο θρυλικές σειρές όλων των εποχών στους αγγλόφωνους τηλεοπτικούς δέκτες, περιέγραφε αυτό ακριβώς, την ατμόσφαιρα μέσα σε ένα στέκι, αναπαρήγε τους διαλόγους, μετέφερε τους έρωτες, τους τσακωμούς και κάθε λογής αλληλεπίδραση μεταξύ των θαμώνων του, μεταξύ των «μονιμάδων», των ανθρώπων εκείνων που σύχναζαν σε αυτά —μεταξύ ημών όλων όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε και να συχνάζουμε στα στέκια μας. Γι’ αυτό άλλωστε και η επιτυχία του ‘’Cheers’’ ήταν τεράστια, γιατί όλοι εμείς που κάποια στιγμή της ζωής μας, περάσαμε από τη φάση να «γνωρίζουν όλοι σε κάποιο μπαρ το όνομά μας» ταυτιστήκαμε μαζί της. Κι ας έκανε ντεμπούτο μία χρονιά πριν γεννηθεί ο υπογράφων.
Κάτι παρόμοιο έκαναν και τα «Φιλαράκια», λίγο αφότου τελείωσε το Cheers· έστησαν το βασικό σκηνικό της σειράς σε ένα all day café, το Central Perk, με τη δράση να εκτυλίσσεται εκεί και στα διαμερίσματα των πρωταγωνιστών, ακριβώς επάνω από το café! Μάλιστα η Τζένιφερ Άνιστον, για ένα διάστημα εργαζόταν και η ίδια στο café, ενώ οι φίλοι της έρχονταν και άραζαν κι αυτοί μαζί της την ώρα που δούλευε, κουβέντιαζαν όσο εκείνη σκούπιζε τα τραπέζια, κοκ.
Ήταν άλλωστε πολύ συχνό φαινόμενο, τις προηγούμενες δεκαετίες, να συχνάζει κάποιος σε κάποιο μπαρ —το στέκι του— να περνά ατελείωτες ώρες εκεί, να γνωρίζει τους ιδιοκτήτες του, το προσωπικό και τους άλλους θαμώνες με το μικρό τους, ώσπου κάποια στιγμή, να του προτείνουν και να εργαστεί εκεί — κι εκείνος να το κάνει, συνήθως περιστασιακά, αλλά σάμπως έτσι δεν ξεκίνησαν τόσες και τόσες καριέρες στις μπάρες;
Στη σημασία αυτών των στεκιών αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος από το έργο του κι ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Ray Oldenburg, με τη δημιουργία του όρου «τρίτοι χώροι», μιλώντας και γράφοντας για τους τόπους εκείνους που δεν είναι ούτε το σπίτι μας, ούτε η εργασία μας· δημόσιοι, ανεπίσημοι χώροι κοινωνικής συναναστροφής.
Τα καφενεία, τα μπαρ, τα εστιατόρια, αλλά και οι εκκλησίες, τα κουρεία, τα κομμωτήρια, όλα τα μέρη δηλαδή εκείνα που οι άνθρωποι συναντιούνται εκτός σπιτιού και δουλειάς, για να μοιραστούν κουβέντες, σκέψεις και την καθημερινότητα τους. Υπάρχουν άραγε σήμερα τέτοια ή μάλλον, λειτουργούν όπως παλιά; Ο Oldenburg πάντως υποστήριξε ότι χωρίς τέτοιους «τρίτους χώρους», η δημοκρατία αποδυναμώνεται, η μοναξιά αυξάνεται και οι κοινωνίες γίνονται ατομικιστικές και αποξενώνονται. Τέτοιοι χώροι, φαινομενικά ασήμαντοι, χτίζουν δεσμούς και κοινότητες.
Ζήτησα από έξι Αθηναίους, πάλαι ποτέ ή/και νυν θαμώνες, να μου δώσουν το δικό τους στίγμα, τη δική τους άποψη για τα στέκια και τη σημασία τους, για τη συναναστροφή και τις κοινωνικές ζυμώσεις, για το αν τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα όπως κάποτε, για το αν τελικά υπάρχουν σήμερα στέκια και θαμώνες ή αν έχουν εξελιχθεί σε κάτι άλλο, διαφορετικό ή αν οι ανάγκες μας έχουν αλλάξει και μαζί τους και τα μαγαζιά στα οποία βγαίνουμε.
Βασίλης Καλαντζής – συνδημιουργός Three Cents/Granikal
Στέκια υπήρχαν πάντοτε στην Αθήνα είτε διανοουμένων και καλλιτεχνών (το πατάρι του Λουμίδη, το Μπραζίλιαν) είτε ευζωιστών (ο Απότσος, το 17). Ασκούσαν μια γοητεία και περιβάλλονταν συνήθως από αμέτρητους μύθους. Δεκαετία ´80 και ´90 κλασικά μπαρ εμφανίστηκαν για να καλύψουν αυτή την ανάγκη (Dada, Καλλιδρόμιο, Ένοικος, το Πάρτυ, Εν Δελφοίς). Πέρα όμως από τα γνωστά στέκια, υπήρχαν και διάσπαρτοι χώροι, όχι μόνο στο κέντρο, αλλά και σε κάποιες γειτονιές, που επισκεπτόσουν καθημερινά.
Το στέκι δεν ήταν έξοδος όπως την εννοούμε σήμερα. Ήξερες ότι θα πας οποιαδήποτε ώρα και κάποιον θα βρεις, με κάποιον θα μιλήσεις, κάποιον θα συναντήσεις. Ήταν κάπως σαν μια ευρύτερη οικογένεια. Αισθανόσουν οικεία και ζεστά. Στην μπάρα συνυπήρχαν όλες οι τάξεις, όλες οι φυλές, όλοι οι χαρακτήρες. Μια κοπέλα μπορούσε άνετα να κάτσει μόνη της και να απολαύσει το ποτό της. Σε αυτή τη δημοκρατία της μπάρας όλοι ήταν ισότιμοι και εάν κάποιος παρεκτρέπονταν, τον επανέφερε πάραυτα στην πραγματικότητα ο άρχων του χώρου…. ο μπαρτέντερ.
Φυσικά τότε γίνονταν και οι σημαντικότερες συζητήσεις. Εάν κάτι μου έχει λείψει από αυτή την εποχή είναι αυτό ακριβώς. Βρισκόσουν στο κέντρο μιας κουβέντας, όλοι άκουγαν και σέβονταν την γνώμη σου, χωρίς να γνωρίζεις ποιος ήταν αυτός που καθόταν δίπλα σου. Αργότερα ανακάλυπτες ότι ήταν ένας σημαντικός καρδιοχειρουργός, κάποιος διάσημος συγγραφέας ή ακόμα και κάποιος που η ζωή του φέρθηκε άσχημα. Στην ταινία «Φτηνά τσιγάρα» ο Ρένος Χαραλαμπιδης περιγράφει πολύ γλαφυρά σε μια σκηνή την ατμόσφαιρα και την θυμοσοφία του στεκιού.
Φοβάμαι ότι είναι εξαιρετικά επίπονο και άχαρο να προσπαθήσεις να δώσεις σε έναν σημερινό νέο την λογική του στεκιού. Ο χρόνος και η επικοινωνία τότε επιμηκύνονταν. Αυτό που σήμερα γίνεται σε δευτερόλεπτα με ένα μήνυμα στο κινητό, τότε απαιτούσε αναμονή ημερών ίσως και εβδομάδων. Έγραφες το τηλέφωνο του σπιτιού σου σε χαρτί από πακέτο τσιγάρα ή μια χαρτοπετσέτα και περίμενες… Ίσως κάποια στιγμή να ήσουν τυχερός.
Η Αθήνα έχει αλλάξει. Τα στέκια της λείπουν. Είχαν μια ανθρωπιά που δυστυχώς λείπει και από την πόλη. Δεν ξέρω εάν μπορούν ξανά να υπάρξουν στέκια. Ίσως με μία διαφορετική σύγχρονη μορφή που να καλύπτει τις σημερινές ανάγκες. Διότι, ας μην κρυβόμαστε, η ανάγκη είναι μια και διαχρονική· η επικοινωνία. Μόνο η εστίαση μπορεί να το προσφέρει αυτό με τόση μαγεία…
Πελάτης μας στο Εν Δελφοίς ήταν ο Ρολφ Πολε, περιβόητος την δεκαετία του ´70 και κατηγορούμενος από το γερμανικό κράτος για τρομοκράτης.
Μια μέρα περιμένοντας για το ποτό του στην μπάρα από την barwoman, μιας εκπληκτικής, αρχαιοελληνικής ομορφιάς κοπέλα, γυρνάει και της λέει: «Ξέρεις εάν ήμουν τόσο όμορφος όσο εσύ ποτέ δεν θα γινόμουν επαναστάτης»
Ζητώ τα στέκια!

Βασίλης Καλαντζής
Γαβριέλλα Τριανταφύλλη – Διευθύντρια Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού & Παραγωγής, ΚΠΙΣΝ
στέκι < ουσιαστικοποιημένο στέκει (γ’ πρόσωπο του στέκω) ορθογραφημένο κατά τα ουδέτερα σε ι, συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
[Wiktionary]
Τί συμβαίνει, όμως, όταν η δουλειά σου περιλαμβάνει τόσο πολύ κόσμο που αυτό που τελικά σου λείπει είναι να «συναντηθείς» με τον εαυτό σου, εκτός σπιτιού;
Πώς μπορεί να συμβεί αυτό σε ένα πλαίσιο όπως η ελληνική κοινωνία, στο οποίο όταν μια γυναίκα βρεθεί έξω μόνη της (και δη σε μια μπάρα!), δίνει αυτομάτως ένα συγκεκριμένο σήμα;
Είναι οκ (πλέον) μια γυναίκα να πηγαίνει μόνη της στο θέατρο ή στο σινεμά. Αλλά τί συμβαίνει, πώς την κοιτούν όταν επιλέξει να κάνει κάτι τόσο «παραδοσιακά» κοινωνικό όπως το να φάει ή να πιει ένα ποτό μόνη της; Γιατί είναι απόλυτα φυσιολογικό ο φίλος μου ο Νικόλας να πίνει μόνος του ένα ουίσκι στο βάθος του μπαρ, αλλά όταν παραγγέλνω μόνη μου ένα τζιν, με κοιτούν λες και κάτι πρέπει να εξηγηθεί; Και πώς θα πιώ αυτό το τζιν με την ησυχία μου, χωρίς να νιώσω άβολα, χωρίς να χρειάζεται να μπω σε κουβέντες —εκτός αν το θελήσω; Γιατί μπορεί και να το θελήσω. Δεν είναι πάντα το ένα ή το άλλο.
Το στέκι είναι για μένα το μέρος που σε ξέρουν, ξέρουν —περίπου— τι θα θες να πιείς εκείνη τη μέρα, που σου μιλάνε, που σε αφήνουν και στην ησυχία σου και (πολύ σημαντικό) σε φροντίζουν και προσέχουν με την άκρη του ματιού τους.
Στέκι είναι το Galaxy, ειδικά τις απογευματινές ώρες, εκεί, στη μέσα γωνία, με τον ξύλινο τοίχο και το πορτατίφ, στο οποίο μαγικά φροντίζει ο κύριος Στέλιος να βρεθείς. Στέκι είναι ο Μπάμπουρας, μετά το θέατρο, πριν πάω σπίτι, με το Χρήστο σχεδόν πάντα στη δική του γωνία, κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει, κάπως σαν την πλατεία του χωριού, μόνο που σε αυτή την πλατεία έχει και πολύ ωραία Negroni.
Ίσως, τελικά, το στέκι να είναι και μια μικρή νίκη: ένας χώρος όπου μια γυναίκα στην Ελλάδα του 2025 να μπορεί να κάθεται μόνη της —και να μην χρειάζεται να εξηγεί τίποτα.

Γαβριέλλα Τριανταφύλλη
Χάρης Νικολακάκης – Εκδότης των BELL
Στέκια στην Αθήνα υπήρχαν, υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Αυτό που ίσως να διαφέρει στην Αθήνα, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι η σταθερότητα, η διαχρονικότητα. Είναι λίγα τα μπαρ, τα εστιατόρια, που μετράνε δεκαετίες λειτουργίας. Γι’ αυτό και τα περισσότερα στέκια αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς, ανάλογους μ’ εκείνους που αλλάζει και η πόλη. Μην ξεχνάμε και μια βασική παράμετρο. Πριν είκοσι χρόνια η Αθήνα δεν ήταν ο παγκόσμιος τουριστικός προορισμός που είναι σήμερα —και μάλιστα χειμώνα-καλοκαίρι. Αυτό έχει και ως αποτέλεσμα να αλλάζει τόσο ο χαρακτήρας των καταστημάτων, όσο και η «τοπογραφία» τους. Δηλαδή, πριν από δύο δεκαετίες θεωρώ πως ήταν πολύ περισσότερα τα στέκια στο κέντρο της Αθήνας —δηλαδή τα μέρη όπου μπορούσες να πας και να σε γνωρίζουν, να έχεις το δικό σου τραπέζι και να επιστρέφεις ξανά και ξανά.
Σήμερα, εκ των πραγμάτων, τα στέκια με την παραπάνω έννοια εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά κυρίως σε περιοχές όπου οι επισκέπτες της πόλης, οι τουρίστες, δεν αποτελούν τον κύριο όγκο της πελατείας τους. Γιατί, πόσο «στέκι» μπορείς να νιώσεις, για παράδειγμα, ένα κατά τ’ άλλα υπέροχο rooftop bar με θέα την Ακρόπολη, όπου οι παρέες εναλλάσσονται μέρα με τη μέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα; Ή ένα εστιατόριο που σήμερα λέγεται Χ και έχει μεσογειακή κουζίνα και αύριο θα λέγεται Ψ και θα έχει ασιατική;
Το στέκι προϋποθέτει οικειότητα, γνώριμες φυσιογνωμίες, να σε ξέρει ο άλλος με το όνομά σου, να θυμάται τι πίνεις, να γνωρίζει τι τρως και τι όχι, τις συνήθειές σου. Αυτά δεν αλλάζουν, είναι αδιαπραγμάτευτα. Αλλάζουν όμως οι προσδοκίες. Πριν είκοσι χρόνια, η οικειότητα και η σταθερότητα έφταναν για να γίνει ένα μέρος στέκι. Σήμερα, θέλεις και ποιότητα. Θέλεις εξειδίκευση, σωστό σέρβις, επαγγελματισμό.
Η Αθήνα λοιπόν δε σταμάτησε ποτέ να έχει στέκια. Απλώς, το να βρεις σήμερα το «δικό σου», θέλει λίγο παραπάνω ψάξιμο.

Χάρης Νικολακάκης
Ρεμί – Άτυπος γενικός γραμματέας της Άτυπης Αθηναϊκής λέσχης φαντασμένης γευσιγνωσίας.
Tα στέκια δεν αλλάζουν, η αθωότητα μας φεύγει! Άρα, πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν στέκια, απλώς αλλάζουν τόπο και η κάθε γενιά έχει το δικό της. Η Αθήνα έχει αλλάξει τα τελευταία 30 χρόνια τόπους συναντήσεων. Ακόμη και στα προάστια οι τόποι αυτοί αλλάζουν. Η κάθε εποχή και γενιά έχει το δικό της στέκι και το δικό της μέρος που κάθεται.
Τα στέκια πριν 20-25 χρόνια που δεν υπήρχε η τόσο εύκολη επικοινωνία ήταν και το σημείο συνάντησης της παρέας. Δηλαδή, μπορεί να μην υπήρχε ραντεβού, γιατί ήξερες ότι όσοι ήθελες να δείς θα είναι εκεί ή θα έρθουν κάποια στιγμή.
Στα νιάτα ψαχνείς την ένταξη σε μια ομάδα και μια παρέα. Αν έχω κάποιο στέκι τώρα, θα απαντήσω όχι. Η ζωή μας είναι πολύ μικρή και δεν θα ήθελα να κάθομαι σε ένα σημείο συνέχεια, γιατί είναι μια συνήθεια που στην αρχή την έχεις ανάγκη, αλλά μετά, όπως όλες οι συνήθειες, γίνονται βαρετές και αφόρητες. Όταν βλέπω τα παλιά μου στέκια, κοντοστέκομαι και σκέφτομαι με χαρά τις ωραίες στιγμές σε αυτά, απλώς τώρα έχω άλλες ανάγκες πρέπει να δω όσες πιο πολλές εικόνες μπορώ!

Ρεμί
Μπάμπης Δούκας – δημοσιογράφος (Esquire Greece και Αθηνόραμα)
Αν και το ανθρωπολογικό μωσαϊκό της πόλης έχει διαφοροποιηθεί αρκετά από τότε που (πρωτο)θυμάμαι τον εαυτό μου σε αυτήν, 20+ χρόνια πριν, θα τολμήσω να πω πως ναι, υπάρχουν σήμερα στέκια στην Αθήνα. Θέτω ως σημείο αναφοράς την αλλαγή στο «κοινό» της Αθήνας, καθώς μοιραία αυτό επηρεάζει και τα μέρη όπου ο οποιοσδήποτε βγαίνει για να χαλαρώσει ή να διασκεδάσει.
Αν δεχτούμε, λοιπόν, τον ορισμό του στεκιού ως εκείνο το σημείο όπου επιστρέφεις, με το οποίο νιώθεις μια σύνδεση, που σε «χωρά» δίχως την παραμικρή αίσθηση πίεσης ή awkwardness – όπως θα έλεγαν και στο χωριό μου – όταν το επισκέπτεσαι σόλο, που σου βγάζει, ρε παιδί μου, την αίσθηση της όποιας οικειότητας, τότε προφανώς και η απάντησή μου είναι θετική. Για να το κάνω και λίγο πιο απόλυτο, μάλλον λιγότερα από πριν – αυτό κι αν είναι παράδοξο, με τόσα ανοίγματα τα τελευταία χρόνια. Αλλά μάλλον με ευρύτερο, ποιοτικότερο σύμπαν – από κάθε άποψη.

Από την άλλη, τα πράγματα στις αρχές της χιλιετίας ήταν πιο έντονα, και πολλά από όσα ζητούσε κάποιος τότε έμοιαζαν εντελώς διαφορετικά από αυτά που ψάχνει σήμερα. Για παράδειγμα, θυμάμαι πολλούς να ακολουθούν το κλασικό δόγμα: «πάμε κάπου που έχει δυνατή μουσική και γκόμενες/γκόμενους». Κάπου που θα δούμε και θα μας δουν. Το τι θα έπινες δεν είχε και τόση σημασία. Δε βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω από όλα τα παραπάνω.
Ίσως, όμως, αυτή να είναι μια ερώτηση που σηκώνει (και) εντελώς υποκειμενικές απαντήσεις. Προσωπικά, θυμάμαι να θεωρώ στέκια τα μέρη όπου θα πήγαινα με παρέα, με τους φίλους μου ή όπου θα ένιωθα άνετα σε ένα πρώτο ραντεβού. Αλλά δύσκολα θα τα επισκεπτόμουν, τότε, για ένα ποτό μόνος — π.χ. για να χαλαρώσω μετά τη δουλειά. Κάτι που κάνω τώρα.
Οπότε, για να συνοψίσω: πριν 20 χρόνια, το see and be noticed, ο «θόρυβος», η αίσθηση πως είσαι μέσα στα πράγματα. Σήμερα, μέρη που νιώθεις οικεία, που αισθάνεσαι ευπρόσδεκτος περνώντας την είσοδο. Και μέρη όπου ό,τι μπαίνει στο ποτήρι σου δεν κακοποιεί ούτε το στομάχι, ούτε το μυαλό σου.

Μπάμπης Δούκας
Λίνα Γιάνναρου – δημοσιογράφος, Καθημερινή
Κάθε φορά που η βαριεστημένη Gen Z υπάλληλος στα Στάρμπακς γράφει το όνομά μου στον φραπουτσίνο, σόρυ στο μάτσα λάτε εννοώ, νιώθω ότι με κοροϊδεύει. Οσο είναι καφές ο φραπουτσίνο άλλο τόσο είναι οικειότητα η φατσούλα κάτω από το «Ελίνα». («Λίνα» της λέω κάθε φορά αλλά δεν εννοεί να το αφομοιώσει.) Είναι βαρύ το ποτήρι που πρέπει να πιούμε οι GenXers —no pun intended. Η γενιά που μεγάλωσε με το πρότυπο του Cheers, με τα μαγαζιά μικρές πατρίδες, δηλαδή, εκεί όπου «everybody knows your name», αρκείται σήμερα στην επιφανειακή, την φτιαχτή ζεστασιά των αλυσίδων.
Στ’ αλήθεια, υπάρχει ένα κενό στην καρδιά πολλών εξ ημών που γεννηθήκαμε στα ‘70s-‘80s και οδεύουμε σιγά σιγά (πολύ σιγά) προς τα 50. Ωραία τα after work drinks, ωραία τα company events, πώς λέγονται, οι ταβέρνες την Κυριακή και οι προσεκτικά μελετημένες και προγραμματισμένες έξοδοι με φίλους στο νέο hot μαγαζί της Αθήνας, στο σλοτ 8-10, αλλά κάτι μας λείπει. Ο,τι ήταν το μπαρ της Βοστόνης για τους θαμώνες του στο Cheers, ό,τι σήμαινε το diner Peach Pit στο Μπέβερλι Χιλς για το Μπράντον και τη Μπρέντα ή το Central Perk στη Νέα Υόρκη για τα Φιλαράκια. Με τους δικούς μας φίλους αποχωριστήκαμε μετά τις σπουδές με την υπόσχεση «στα ίδια μέρη να ξαναβρεθούμε», αλλά τελικά ο καθένας πήγε αλλού.
Στα χρόνια, υπήρξαν περίοδοι που κολλήσαμε με κάποιο μαγαζί. Είτε γιατί κάποιος φίλος δούλευε εκεί ή γιατί η τότε παρέα το αγαπούσε είτε γιατί απλώς βόλευαν οι συντεταγμένες του. Η σχέση όμως δεν είχε γερές βάσεις και το «στέκι» ξεχνιόταν όταν πέρναγε η μπογιά του, άλλαζαν οι παρέες, μετακόμιζε η δουλειά. Μετά ήρθε και η κρίση και αποτέλειωσε τα όνειρο για το μπαρ που θα στέγαζε τα όνειρά μας. Άρχισε να είναι πεπερασμένος ο αριθμός των τζιν τόνικ που μπορούσε να υποστηρίξει το πορτοφόλι μας και μια μέρα απλώς το νήμα με τα στέκια μας κόπηκε οριστικά.
Κάπως έτσι, σήμερα, με το όνομά μας μας ξέρουν μόνο στο γυμναστήριο και την παιδική χαρά, άντε και στο κομμωτήριο. Ακόμα πιο συχνό το ραντεβού με την πάρτη μας μπροστά στον υπολογιστή με ανοιχτό το chat gpt που τουλάχιστον έχει μάθει να με λέει «Λίνα».

Λίνα Γιάνναρου