Τα χαιρόμαστε και τα «απολαμβάνουμε» αρκετούς μήνες τον χρόνο. Αποτελούν ένα από τα βασικά οχήματα της επονομαζόμενης βαριάς βιομηχανίας της χώρας —του τουρισμού— και απλώνονται κατά χιλιάδες σε όλα τα μήκη και πλάτη της ατελείωτης ελληνικής ακτογραμμής. Τα beach bar, περί ων ο λόγος, ανοίγουν κάθε Μάιο περίπου και κατεβάζουν ρολά γύρω στον Οκτώβριο· σχεδόν έξι μήνες λειτουργίας κάθε χρόνο. Λειτουργούν όμως όπως θα θέλαμε; Καλύπτουν τις ανάγκες μας; Κι αν όχι, τί τους λείπει, ποιά υπηρεσία, ποιό προϊόν ή τί θα τα έκανε καλύτερα;
Ζήτησα από έξι δραστήριους και με άποψη Αθηναίους, που δεν έχουν καμία άμεση επαγγελματική σχέση με την εστίαση, να περιγράψουν το δικό τους ιδανικό beach bar, ο καθένας μέσα από τη δική του οπτική, τα βιώματά του και το προσωπικό του γούστο. Γυρίστε σελίδα και απολαύστε τους.
Θα ξεκινήσω αυτό το κείμενο κάπως ανάποδα: η πολυκοσμία μου προκαλεί δυσφορία, η δυνατή μουσική με εκνευρίζει —εκτός αν την έχω διαλέξει ο ίδιος, τόσο αυτή, όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες αναπαράγεται— και οι παρεμβάσεις στις παραλίες και γενικά στο φυσικό περιβάλλον με βρίσκουν αντίθετο, αν δεν είναι πολύ διακριτικές. Με λίγα λόγια, είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελε κανείς για παρέα αν πήγαινε σε ένα beach bar, τουλάχιστον όπως αυτά είναι κατά κανόνα. Υπάρχουν λίγα πράγματα που μου προκαλούν περισσότερη αποστροφή από την εικόνα μια βιασμένης παραλίας (που κάποτε ίσως να ήταν ένας μικρός παράδεισος), κατειλημμένης μέχρι το τελευταίο εκατοστό από δήθεν (ή και όχι) πολυτελείς ξαπλώστρες και σκίαστρα, παραταγμένα με στρατιωτική ευταξία σε έναν χώρο που υποτίθεται πως κάποιος επισκέπτεται για να χαρεί την ομορφιά της φύσης.
Αν ο ορισμός του κιτς είναι η απογύμνωση των τόπων και των εννοιών από το πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται, τότε ίσως αυτή η στερεοτυπική εικόνα του μπιτσόμπαρου, είναι από τις πιο δυνατές εκφράσεις του κιτς που μπορεί να δει κανείς να στήνονται αυθόρμητα. Και δεν την έχω βγάλει από το κεφάλι μου, την βλέπω σχεδόν όπου υπάρχει έστω και υποψία παραλίας.
ΑΛΛΑ: είναι Αύγουστος, πλησιάζει ο καιρός που θα είμαι κοντά στην θάλασσα, αγαπώ το αλκοόλ και συνεπώς με βολεύει και μου αρέσει όντως να υπάρχει μια στοιχειώδης υποδομή που να το προσφέρει και μπορώ να θυμηθώ με σιγουριά αρκετές περιπτώσεις που βρέθηκα σε κάποιο beach bar και όχι μόνο δεν ξύπνησε ο γκρινιάρης εαυτός μου, αλλά αντιθέτως πέρασα πολύ καλά. Τα κοινά στοιχεία που είχαν αυτά τα beach bar ήταν (ή τα θυμάμαι να ήταν, ίσως και να τα εξιδανικεύω, οπότε θα ήθελα να ήταν) τα εξής:
Τόσο το μπαρ, όσο και οι όποιες θέσεις του κόσμου είναι όχι στην παραλία, αλλά να βλέπουν σε αυτήν, η οποία ιδανικά είναι πλήρως ελεύθερη από σταθερές ή ημισταθερές κατασκευές. Οι απόστασεις των τραπεζιών και των καθισμάτων, όσο το δυνατό μεγαλύτερες. Μουσική ιδανικά είτε δεν υπάρχει καθόλου ή αν υπάρχει, είναι πολύ διακριτική και μόνο κοντά στον χώρο του μπαρ. Θα μου άρεσε ο κατάλογος να είναι μικρός, μερικές μπίρες, ίσως τέσσερεις-πέντε ετικέτες κρασιών και τέσσερα-πέντε απλά κοκτέιλ και λίγες, αλλά καλές επιλογές για ελαφρύ φαγητό. Ιδανικά όχι μπέργκερ και κλαμπ σάντουιτς με προτηγανισμένες πατάτες, αλλά έξυπνα και απλά πιάτα που αναφέρονται στον τόπο στον οποίο βρίσκεται το μπαρ.
Σε γενικές γραμμές, αυτό που αποζητώ όταν πηγαίνω σε κάποια παραλία ή σε κάποιο βουνό (ισχύει μια τέτοια αναλογία στο μυαλό μου), είναι το να διακόψω την αστική και την επαγγελματική μου ζωή, όχι να την μεταφέρω μαζί μου σαν αποσκευή. Άρα το ιδανικό beach bar για εμένα είναι ένας χώρος που επεμβαίνει όσο το δυνατό λιγότερο σε αυτό που έχω στην πραγματικότητα πάει για να βιώσω, δηλαδή τη φύση, παρέχοντας ταυτόχρονα διακριτικά μερικά προϊόντα και υπηρεσίες, χωρίς περιττές τρίλιες και πολυτέλειες.
Πέτρος Λαμπρίδης – μουσικός
Το ιδανικό beach bar για μένα δεν υπάρχει. Αν υπήρχε θα ήταν κάπως έτσι:
Χτισμένο μέσα σε έναν αμμόλοφο από τους πολλούς της παραλίας. Δεν θα είχε κανένα άλλο μαγαζί, ούτε άλλο beach bar δίπλα του, μόνο πολύ μικρά σπιτάκια σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου στην πίσω πλευρά, για να μπορεί κάποιος να μένει.
Από τα δύο μικρά ηχεία στη μία και στην άλλη άκρη του θα έπαιζε σε χαμηλή ένταση πιάνο ή jazz μουσική και όταν είχε μποφόρ, ο ήχος της μουσικής θα εναλλασσόταν με τον ήχο των κυμάτων και του αέρα. Θα σέρβιρε νερό, καφέ, φρούτα και ξηρούς καρπούς.
Θα κατρακυλούσαμε στους αμμόλοφους, θα παίζαμε μέχρι να εξαντληθούμε και να γίνουμε χρυσαφένιοι από την άμμο και μετά θα βουτούσαμε στα κρυστάλλινα νερά της παραλίας. Θα γνωρίζαμε το μέρος μόνο εμείς και δέκα φίλοι και θα ήμασταν μόνο μεταξύ μας, χωρίς πρόγραμμα.
Αυτό το beach bar θα μπορούσα να το νοικιάσω με την παρέα μου για όσο και θα ήταν αποκλειστικά δικό μας, απομονωμένο και προστατευμένο από εξωτερικούς επισκέπτες.
Ιωάννα Χατζηανδρέου – φωτογράφος
Ποιο είναι το ιδανικό beach bar, με ρώτησε ο Γιάννης. Το «καθόλου beach bar» του απάντησα. Ήμουν πολύ σίγουρος ότι δεν του είχε λείψει η αδιέξοδη αρνητικότητά μου, όπως άλλωστε δεν έλειψε και σε εσάς, και δεν μου έλειψε και εμένα. Έχω καταλάβει ότι είναι μάλλον ένας ρόλος που προβάλλει το Εγώ μου, προκειμένου να προστατευτεί από τον διαρκή φόβο να μην πληγωθεί, όπως ρητά έμαθε από τα νεανικά του χρόνια ότι συμβαίνει αν «χαλαρώσει τα λουριά». Τέλος πάντων, ο Γιάννης δεν ρώτησε «Πώς αντιμετωπίζεις τα παιδικά σου τραύματα, που κουβαλάς από μικράτα σου, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασύνειδα», οπότε αποφάσισα να δεχθώ ότι μπορεί να υπάρχει beach bar που να πλησιάζει το ιδανικό και να απαντήσω στο ερώτημά του.
Παρότι λοιπόν για μένα, πράγματι, ιδανικό beach bar είναι το καθόλου beach bar —και σαν ονοματοθεσία δεν είναι κακό, «Katholou Beach Bar», «-Τι λες, πάμε ν’ αράξουμε Katholou;», ή «-Θα περάσεις καθόλου από Katholou;» «-Θα τα πούμε Katholou, θα έρθεις;», αναγνωρίζω σαφώς ότι έχει τα πλεονεκτήματά του το να έχεις κοντά σου κάποιον οργανωμένο πολιτισμό. Γιατί -ναι, μετά τα ψυχολογικά ας περάσουμε και στα κοινωνικοπολιτικά- αν υπάρχει κάτι που με απωθεί περισσότερο από μια οργανωμένη παραλία, αυτό είναι σίγουρα η λογική «Δεν τα φτιάχνουν πια όπως παλιά», συνήθως ως απόρροια μιας ακόμα textbook performance του ανθρώπινου εγωισμού που δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι τα πράγματα και οι καιροί αλλάζουν, ενώ αναπόφευκτα εμείς μεγαλώνουμε και έχουμε περιορισμένο capacity να ακολουθήσουμε τις αλλαγές.
Το beach bar δεν πρέπει να είναι loud. Αυτό είναι βέβαιο. Δεν χρειάζεται ούτε να φαίνεται πολύ, ούτε να ακούγεται. Μπορεί δηλαδή, άλλωστε συμβαίνει κατά κόρον, αλλά σε τέτοια περίπτωση προσωπικά κάνω μεταβολή, παίρνω τα κουβαδάκια μου και πάω σε άλλη παραλία, κυριολεκτικά. Στόχος είναι να απολαύσεις τη θάλασσα, τη φύση και το μπάνιο, οπότε τόσο το μπαρ όσο και το προσωπικό του πρέπει να αντιλαμβάνονται ότι εδώ δεν θα είναι αυτοί το επίκεντρο. Ναι, ακόμα και ο μπάρμαν –και όλοι ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι για έναν μπάρμαν να φωτίζει κάτι περισσότερο από αυτόν, ακόμα και αν αυτό είναι ο ήλιος -pun intended.
Από εκεί και πέρα, θα ήθελα να ξέρω ότι η ομάδα του beach bar, από τον ιδιοκτήτη ως τους εργαζόμενους, αντιλαμβάνεται τα αυτονόητα. Σεβασμός στο περιβάλλον, άρα όσο το δυνατό μικρότερο συνολικό αποτύπωμα, καθαριότητα και έμφαση στην υγιεινή. Όχι, δεν θεωρώ ότι η άμμος είναι «βρώμα», ούτε χρειάζεται να χαθεί η ξεγνοιασιά του καλοκαιριού, αλλά δεν μπορεί να είναι ανεκτό το να σουλατσάρουν παντού ανεμοδαρμένα σκουπίδια, να μην γίνεται καν προσπάθεια για ανακύκλωση, να περπατάς και να κολλάς σε χυμένα τόνικ, ή οι τουαλέτες να είναι σαν πασαλειμμένα μωρά που έφαγαν για πρώτη φορά καρπούζι –αντί για καρπούζι μπορείτε να βάλετε ουσία της αρεσκείας σας.
Θέτε να πάμε και στα πιο τεχνικά; Ένα καλό beach bar –όπως και κάθε μπαρ, θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να έχει καλό πάγο. Για να μπορεί να φτιάξει στοιχειωδώς αξιοπρεπή ποτά και αξιοπρεπή καφέ. Οκ, όλοι αντιλαμβανόμαστε τις δυσκολίες σε αυτό, αλλά μου ζητήθηκε να περιγράψω «το ιδανικό», δεν μου είπαν «Κάνε μια ρεαλιστική περιγραφή από τα σκ@τ@ που σερβίρει η πλειονότητα». Θα έπρεπε να έχει και «καλό» καφέ, όχι 70-30 αράμπικα-ρομπούστα, και ας γνωρίζουμε όλοι ότι δεν θα μπορεί να ρυθμίζει μύλο κάθε φορά που αλλάζει ο άνεμος και η υγρασία, για αυτό άλλωστε λίγο πιο πάνω ανέφερα τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια –ο καθένας μας θα βάλει τον πήχη εκεί που θέλει.
Συνολικά, αν όχι καθόλου beach bar, τότε ένα σχεδόν αόρατο speakeasy beach bar, που κάνει τα βασικά στον τομέα του ποτού (δεν χρειάζεται να φτιάξεις… signature συνταγές που η κρυσταλλική ζάχαρη έχει αντικατασταθεί από καστανή, και η τεκίλα από μεσκάλ, γκώσαμε) και στον τομέα του φαγητού (αν αποφασίσεις να σερβίρεις σαμπάνια με φράουλες και σαντιγί καλό είναι να βάλεις ένα τόπινγκ από τρούφα σοκολάτας, που θα κάνει και την άμμο που θα τρως σε κάθε μπουκιά να φαίνεται λιγότερο). Σίγουρα περισσότερα από τα βασικά θα πρέπει να κάνει στον τομέα της καθαριότητας και της εύρυθμης λειτουργίας.
Και μετά, ξύπνησα, και με έχει κάψει και ο ήλιος…
Αχιλλέας Αναστασόπουλος – δημοσιογράφος
“All stories should end on a beach. All the good ones do, anyway. Why should this one be any different?” Η κάμερα ακολουθεί μια παραδοσιακή κηδεία σε παραλία στο Μπαλί, όπου η φωτιά ολοκληρώνει την αποτέφρωση και οι στάχτες τοποθετούνται μέσα σε ένα ξύλινο γλυπτό για να παρασυρθούν απαλά από τα κύματα, όσο αυτά τα τελευταία λόγια του Anthony Bourdain συνοδεύουν τον νεκρό στη θάλασσα και εμάς στο φινάλε του Parts Unknown: Indonesia, επεισόδιο που προβλήθηκε λίγους μήνες μετά τον θάνατό του στις 8 Ιουνίου 2018. Λίγες σκηνές νωρίτερα στο ίδιο επεισόδιο, ο Bourdain έπινε ένα κοκτέιλ στο δημοφιλές beach bar ενός resort στο Μπαλί φορώντας τζιν, μαύρο t-shirt και σαγιονάρες, περιτριγυρισμένος από τουρίστες με μαγιό που κάνουν high-five υπό δυνατή μουσική υπόκρουση με καλοκαιρινά μπιτάκια. “I hate Daft Punk”, ακούγεται να μουρμουρίζει ο Bourdain, παίζοντας νευρικά με την ομπρελίτσα του κοκτέιλ του.
Εγώ δεν σιχαίνομαι τους Daft Punk, αλλά σιχαίνομαι το πώς έχει εξελιχθεί το κόνσεπτ της παραθαλάσσιας διασκέδασης στην Ελλάδα και προσπαθώ να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία καλή ιστορία μου που τελειώνει σε μία παραλία, και συγκεκριμένα σε κάποιο beach bar. Η μνήμη μου ανατρέχει στον Αύγουστο του 2021 και στο beach bar στην παραλία Κολυμπήθρα της Τήνου –η τελευταία χρονιά που επισκέφθηκα το νησί όσο η διασκέδαση εκεί ήταν ακόμη βιώσιμη και ευχάριστη. Ένα παλιό Volkswagen βαν και μία μικρή ξύλινη καλύβα που λειτουργούν ως μπαρ, ένα σκίαστρο με λινάτσες να προστατεύει τη μικρή αυτοσχέδια «πίστα» από τον ανελέητο ελληνικό ήλιο, δύο μικρά ηχεία και δύο φίλοι μας DJs —ο Θανάσης και ο Λουκάς— που ανέλαβαν να παίξουν μουσική για ένα χαλαρό μεσημεριανό πάρτι εκεί, εγώ, η Ειρήνη και η Εύα με τα μαγιό μας να χορεύουμε πίνοντας κοκτέιλ με ρούμι και να καταστρώνουμε ένα μελλοντικό τουρ σε Κίμωλο, Κόσοβο και Τήνο με μία ζάντα και ένα σαλάμι στο πορτμπαγκάζ (το ρούμι μπορεί να γεννήσει ιδέες που ίσως κάποτε γίνουν οι καλύτερες ιστορίες), η Ναυσικά να λικνίζεται δίπλα μας έχοντας δέσει μία σακούλα με πατατάκια στο παρεό της για να μάς ταΐζει, ο Θανάσης να βάζει το ‘’Like a Prayer’’ της Μαντόνα και τριάντα περίπου άτομα να χοροπηδάμε τραγουδώντας, χωρίς να γνωρίζουμε ότι ήταν το κομμάτι που θα έκλεινε το αυθόρμητο πάρτι μας —ας πούμε απλά ότι ο Θανάσης μάς άφησε έτσι ένα συλλογικό τραύμα, καθώς έκτοτε, όποτε ακούμε Μαντόνα, φοβόμαστε ότι μία καλή ιστορία έχει φτάσει στο τέλος της.
Αυτές ήταν οι πρώτες εικόνες και σκέψεις που ήρθαν στο μυαλό μου, όταν ο Γιάννης Κοροβέσης μού ζήτησε να γράψω πώς θα ήταν για μένα το ιδανικό beach bar. Προχωρώντας σε μία μικρή έρευνα στο ίντερνετ (όχι τόσο από δημοσιογραφική, όσο από προσωπική διαστροφή), πέτυχα το άρθρο «Μπιτσόμπαρο, μία λέξη της εποχής» στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, με το παρακάτω σχόλιο αναγνώστη που έβαλε σε λέξεις τον βασικότερο σχετικό προβληματισμό μου: «Έχω περάσει καλά σε μπιτς μπαρ. Μαζεμένα, συχνά με καλή μουσική. Σε μπιτσόμπαρα συνήθως όχι. Έχουν επεκτατικές διαθέσεις». Ένα σχόλιο τόσο εύστοχο που θα ήθελα να απαντήσω με την ατάκα «Φέρε μου τον έλεγχο να σου βάλω άριστα!», που είχε πει ο ηθοποιός Αθηνόδωρος Προύσαλης στην ελληνική ταινία Μία Ιταλίδα Απ’ την Κυψέλη.
Στο μυαλό μου, το ιδανικό beach bar είναι μικρό, εναρμονισμένο με το φυσικό περιβάλλον, έχει καλή μουσική που δεν ενοχλεί με κακόγουστα ντεσιμπέλ από ογκώδη ηχεία, σερβίρει παγωμένες μπίρες, τίμια ποτά και μετρημένα στα δάχτυλα κλασικά κοκτέιλ —οι χάρτινες χρωματιστές ομπρελίτσες και οι οδοντογλυφίδες με μεταλλιζέ σιντριβάνι είναι προαιρετικά διακοσμητικά, αλλά μιλούν πάντα στην καρδιά όσων μεγαλώσαμε με την ταινία ”Cocktail” και τον Tom Cruise να σερβίρει δροσερά long drinks φορώντας μισάνοιχτα καλοκαιρινά πουκάμισα, κοκκάλινα μαύρα γυαλιά και το πιο γοητευτικό χαμόγελο, ενώ στο soundtrack οι Beach Boys τραγουδούν “Tropical drink melting in your hand / We’ll be falling in love / To the rhythm of a steel drum band / Down in Kokomo”.
Αντιθέτως, οι πιο πρόσφατες εμπειρίες μου από μπιτσόμπαρα τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο επαγγελματικών ταξιδιών μου στη Μύκονο και στα Χανιά, αποδείχθηκαν αναμενόμενα δυσάρεστες, καθώς η οχλοβοή των ξέφρενων καλοκαιρινών καρναβαλιστών σε συνδυασμό με τη μουσική χάβρα που προκαλείται από τα επιβλητικά ηχεία των διαδοχικών μπιτσόμπαρων μού προκαλούν ναυτία χειρότερη από μποφόρ που θέτουν σε ισχύ απαγορευτικό απόπλου και καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε απόλαυση.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι φταίει και η ηλικία μου, την οποία μαρτυρά η αναφορά στην ταινία Cocktail, αλλά, με το χέρι στην καρδιά, δεν θυμάμαι να διασκέδασα ποτέ πραγματικά σε τέτοιου είδους μπιτσόμπαρα, ούτε ως έφηβη στην πενταήμερη στη Ρόδο, ούτε στα 20+ μου σε καλοκαιρινές διακοπές με κοριτσοπαρέες, ούτε καν στην Ίο φλερτάροντας με ηλιοκαμένους Ιταλούς και τον πιο καλλίγραμμο Γάλλο πυροσβέστη.
Θυμάμαι, όμως, πολλά χρόνια πριν, να είμαι ξαπλωμένη σε μία παραλία στο Δερβένι, ακριβώς στο σημείο που σκάει το κύμα, και να μου φέρνουν στο χέρι τζιν τόνικ από ένα υποτυπώδες μικρό beach bar εκεί. Θυμάμαι να νιώθω ευτυχισμένη με μία frozen μαργαρίτα σε μία αυτοσχέδια παραθαλάσσια παράγκα κάπου στη Σκιάθο. Θυμάμαι, πρόσφατα, να κοιτάω το ερειπωμένο ξύλινο beach bar ενός παραθαλάσσιου ξενοδοχείου στον Ωρωπό και να σκέφτομαι ότι θα ήθελα κάποιος σαν τον Tom Cruise να του δώσει ζωή ξανά, ζωή διαφορετική από εκείνη από την οποία σφύζουν τα μπιτσόμπαρα στην κοντινή παραλία του Φάρου, αφαιρώντας την ομορφιά συνυφασμένη με την cult γοητεία ενός μέρους που μεγάλωσα να αγαπώ.
Η ομηρική φράση της Ιλιάδας «παρά θίν’ αλός» σημαίνει δίπλα στη θάλασσα. Το ιδανικό μπιτς μπαρ για μένα ονομάζεται Μπάρα θίν’ αλός, δεν έχει ξαπλώστρες και λειτουργεί ως καταφύγιο για όσους αναζητούν το μέρος όπου τελειώνουν όλες οι καλές ιστορίες. Και κάθε σούρουπο, για να ανακοινώσουν το last call, φίλοι DJs που αγαπούν απενοχοποιημένα τη μουσική παίζουν το “Like a Prayer” της Μαντόνα στα μικρά του ηχεία.
Ελίνα Δημητριάδη – Δημοσιογράφος, συντάκτρια μόδας στη Vogue Greece, υπεύθυνη τύπου στην Athens Kallithea FC
Το ιδανικό beach bar…
Δεν χρειάζεται να βρίσκεται στην καλύτερη παραλία του κόσμου, ούτε στο πιο όμορφο νησί.
Δεν χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλο, ούτε να μένει ανοικτό μέχρι τα ξημερώματα.
Δεν χρειάζεται να σε ξέρουν με το όνομά σου ούτε να σε ρωτάνε «το συνηθισμένο;», μόλις κάθεσαι.
Δεν χρειάζεται να έχει ατελείωτη λίστα με κοκτέιλ ούτε να χρειάζεσαι μισή ώρα για να μελετήσεις τις signature εμπνεύσεις του μπαρτέντερ.
Δεν χρειάζεται να έχει ιδιαίτερα προσεγμένο διάκοσμο.
Πρέπει όμως απαραίτητα να χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα:
- Κυρίαρχο το ξύλο στη μπάρα, στα σκαμπό, στα τραπέζια, στις καρέκλες —όχι μέταλλο, όχι γυαλί και, φυσικά, όχι πλαστικό.
- Η κάβα πρέπει να είναι προσεγμένη: αν δούμε frozen daiquiri καταψύκτη, τότε μάλλον θα φύγουμε τρέχοντας. Αλλά αν δούμε και Captain Morgan… το ίδιο θα κάνουμε. Θέλουμε ποικιλία σε ρούμι, από διάφορες περιοχές και οπωσδήποτε από τις πρώην Γαλλικές αποικίες.
- Η cocktail list πρέπει οπωσδήποτε να βασίζεται στο ρούμι και να μην αγνοεί τις κλασικές επιλογές: ας έχει μερικές tiki «ψαγμενιές», αλλά αν δεν φτιάχνεις τέλειο mojito… τι διάολο beach bar είσαι;
- Low & no: δεν είναι θέμα μόδας, είναι ζήτημα ουσίας —οι επισκέπτες του μπαρ που δεν θέλουν να πιούν αλκοόλ, πρέπει να έχουν επιλογές και δεν εννοούμε το ζαχαρόνερο που βαφτίζεται nojito ή μία virgin paloma χωρίς τεκίλα, δηλαδή… σκέτο grapefruit soda. Απαιτείται φαντασία.
- Ελληνικά αποστάγματα: δεν πρέπει να απουσιάζουν. Οπωσδήποτε ούζο (αρκούν 3-4 ετικέτες, αλλά πρέπει να είναι οι σωστές —δεν νοείται ελληνικό καλοκαίρι χωρίς ούζο!
- Μπίρες: και εδώ χρειάζεται και ποικιλία και πολλές ελαφριές μπίρες από ελληνικές μικροζυθοποιίες
- Food bites: το beach bar δεν πρέπει ποτέ να είναι εστιατόριο, αλλά δεν γίνεται και να μην έχει 4-5 βασικά πιάτα. Η «ποικιλία αλλαντικών» ΔΕΝ πρέπει να είναι ένα εξ αυτών.
- Νερό: μην το γελάτε καθόλου. Μόλις κάτσεις σε ένα beach bar, πρέπει με έναν μαγικό τρόπο να προσγειωθεί μπροστά σου ένα ποτήρι νερό με πάγο. Αφήστε για μετά τις ερωτήσεις “still or sparkling?”. Πρώτα ξεδιψάμε και μετά ρωτάμε!
Με τα παραπάνω, εξασφαλίζει κανείς ποιοτική κάβα, ποικιλία στα αποστάγματα, φιλόξενα καθίσματα και βασικό σέρβις. Πάμε τώρα στα δύσκολα:
Α. Location: δεν έχει σημασία αν είναι στην Αττική, στην Πελοπόννησο ή στη Σαντορίνη – σημασία έχει να βρίσκεται σε σημείο, ώστε να μην έχεις επαφή με τον υπόλοιπο πολιτισμό. Δεν θέλουμε συγκλονιστική θέα, αλλά δεν θέλουμε να βλέπουμε αυτοκίνητα, μηχανές, τσιμέντο, κτίρια, ντους κ.ο.κ. Θέλουμε να βλέπουμε θάλασσα και ουρανό.
Β. Look & Feel: προαναφέραμε το «ξύλο» —γενικά ένα beach bar καλό είναι να παραπέμπει σε… beach bar, δηλαδή στην κουλτούρα του Ειρηνικού Ωκεανού. Μπαμπού, ψάθες, ανεμιστήρες οροφής και, πάνω από όλα, να μη νιώθει ο πελάτης ότι είναι σε κλειστό χώρο —τα πόδια του πρέπει να πατάνε σε στρωμένη άμμο ή σε κατάστρωμα ξύλου. Οτιδήποτε άλλο απορρίπτεται.
Γ. Μουσική: βασικά εδώ θα κοπούν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, υποψήφιοι. Από τη μία η ένταση (δεν είναι κλαμπ το beach bar, είναι μπαρ!), από την άλλη το ύφος. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες το 2025. Πρέπει το μαγαζί να έχει τις δικές του προσωποποιημένες playlists με το απόλυτα crossover ρεπερτόριο: exotica, Beach Boys, cool jazz, downtempo electronica, oldies, bossa nova, dub/reggae, όλα μπλεγμένα με διαρκή ταξίδια στο χρόνο, τις ηπείρους και τους ήχους. Αποφεύγουμε διά ροπάλου τις ακουστικές διασκευές 80s τραγουδιών. Η μουσική πρέπει να είναι λόγος να παραγγέλνεις και δεύτερο ποτό, όχι να βιάζεσαι να τελειώσεις το πρώτο!
Ορίστε και το σχετικό !
Δ. Χαμόγελο: ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι! Όποιος δουλεύει σε ένα beach bar, δεν παύει να τρέχει να εξυπηρετήσει ανθρώπους που ενδιαφέρονται να χαλαρώσουν και τίποτε άλλο. Ακόμα και αν στραβώσει για κάποιο λόγο… δεν πρέπει να το δείξει!
Ε. Καφές: ναι, ξέρω, «εδώ είναι μπαρ κύριε, όχι καφενείο», αλλά στις παραλίες πηγαίνει κανείς από νωρίς και καλό είναι να μην έχει μόνον μπίρες ως επιλογή στις 11 προ μεσημβρίας. Επιβάλλεται ένας καλός cold brew και γενικά ένας διαλεγμένος καφές από κάποιο από τα δεκάδες roasteries της χώρας. Δεν επιτρέπεται καφές που βρίσκουμε στα ράφια σούπερ μάρκετ.
Ευπρόσδεκτα, αλλά όχι προαπαιτούμενα, για να μην κατηγορηθούμε ότι ζητάμε ουτοπικά πράγματα:
i. Η πελατεία να συνδυάζει ντόπιους και τουρίστες σε μία λειτουργική αναλογία
ii. Το κάπνισμα να επιτρέπεται μεν, αλλά α. σε συγκεκριμένη ζώνη, β. εξαιρείται το ηλεκτρονικό τσιγάρο. Λυπάμαι, θα χρειαστεί να περάσετε έξω.
iii. Ο μπαρτέντερ να φοράει πρωτότυπα Hawaiian shirts!
iv. Να απαγορεύονται οι ανοικτές ακροάσεις στα κινητά.
Αυτά νομίζω θα αρκούσαν. Προφανώς και είναι ανέφικτο ένα τέτοιο μαγαζί —σίγουρα δεν υπάρχει και αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Οπότε, αν επιβληθεί να ρίξω τα standards μου, θα περιοριστώ σε ένα μόνο: όποιος καλός άνθρωπος το έχει ή το τρέχει, να απεχθάνεται τον όρο «μπιτσόμπαρο».
Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!
Σπήλιος Λαμπρόπουλος – consultant/curator – The Page Turners
Το ιδανικό beach bar για εμένα είναι αυτό που δεν υπάρχει, αφού προτιμώ ήσυχες και ανοργάνωτες παραλίες, τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία της ζωής μου. Κι ενώ η πρακτικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη (ποιος δεν θέλει ένα μέρος που μπορεί να ξαποστάσει και να πάρει ένα παγωμένο νερό, μια κρύα μπίρα ή έναν καλοφτιαγμένο ντάκο), η εκδοχή beach bar που συνήθως συναντάς, με κάνει να προτιμώ να κουβαλάω αγόγγυστα ένα ψυγειάκι από το να βλέπω πανέμορφες παραλίες να καταστρέφονται.
Η δική μου εκδοχή ιδανικού beach bar σημαίνει να είναι αόρατο τις ώρες που περνάω στην παραλία. Δηλαδή να είναι τοποθετημένο κάπου ψηλά στην άκρη της παραλίας και, αν έχει ξαπλώστρες, αυτές να καταλαμβάνουν ένα πολύ μικρό κομμάτι της. Έπειτα, να μην υπάρχει ούτε κατά διάνοια μουσική πάνω στην παραλία —ούτε καν μουσική που μου αρέσει. Τουλάχιστον όχι πριν τις έξι το απόγευμα. Ιδανικά ποτέ. Αν είναι, όντως όπως πρέπει, στις παρυφές της παραλίας και όχι πάνω της, ας παίζει όποτε θέλει.
Και σε ό,τι αφορά το τι προσφέρει θα ήταν ωραίο να έχει καλό καφέ, μια ποικιλία απο μπίρες (με κυρίαρχες αυτές ελληνικών ζυθοποιιών), αντίστοιχη λογική κρασιών και ένα μικρό μενού από σνακ και λίγα πιάτα (τοπικής κουζίνας ή κλασικής ελληνικής —ποτέ δεν κατάλαβα τι δουλειά έχει ένα bao bun με ξεψαχνισμένη πάπια στις Κυκλάδες).
Θυμάμαι μια χρονιά ο άνθρωπος που είχε αποφασίσει να νοικιάσει το τοσοδούλι beach bar (περισσότερο ξύλινη καντίνα) πάνω στην παραλία των Πράσσων στην Κίμωλο σκέφτηκε ότι είναι καλή ιδέα να αρχίσει τις κρατήσεις ξαπλωστρών και τις σαμπανιέρες με τα πανάκριβα (κάπως έπρεπε να βγει το ενοίκιο της σεζόν) ροζέ Προβηγκίας. Το χειρότερο όμως ήταν ότι αποφάσισε επίσης να βαράει beat σε εκκωφαντικά ντεσιμπέλ από τις δώδεκα το μεσημέρι και να προσπαθεί να ξεσηκώσει τους δύσμοιρους λουομένους, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει επτά ώρες για να φτάσουν σε αυτή την κατάλευκη άμμο και την τιρκουάζ θάλασσα ώστε να ηρεμήσουν, με ρεμιξαρισμένο Αντώνη Ρέμο με beat σε ακόμα δυνατότερα ντεσιμπέλ. Σημειωτέον, τα Πράσσα είναι μια μικρή και στενή παραλία οπότε δεν υπήρχε σημείο ούτε στο ελάχιστο ανοργάνωτο κομμάτι της που να μην ακούς μπουζούκια με house από κάτω. Όπως λένε, that didn’t age well ευτυχώς.
Το κοντινότερο σε ιδανικό beach bar για εμένα είναι αυτό στην παραλία του Κέδρου στη Δονούσα που είναι σε ένα χωράφι εκεί που τελειώνει η παραλία, έχει συμπαθητικό μενού και ποτά, τελείως χαλαρή φάση (άμμο ή πέτρα στις πατούσες σου) και από μια ώρα και μετά βάζει ωραία μουσική που συχνά καταλήγει σε αυτοσχέδια ή μη πάρτι και δεν ακούγεται ποτέ νότα της επί της παραλίας. Το μυστικό του; Είναι και αρκετά μακριά από εκεί που σκάει το κύμα, αλλά και αρκετά κοντά σου ώστε να περπατάς μάξιμουμ πέντε λεπτά για να φτάσεις σε αυτό και είναι απολύτως αόρατο όσο βρίσκεσαι επί της παραλίας.
Μίνα Μπιράκου – Content Director, 24 Media