Πώς ένας Σκoτσέζος έφτιαξε το διασημότερο αμερικανικό μπαρ του Παρισιού στο Ρου Ντο Νου.
Για την ακρίβεια, ‘’Sank Roo Doe Noo’’. Έτσι διαφήμιζαν στους διψασμένους για αλκοόλ Αμερικανούς οι αγγλόφωνες εφημερίδες του Παρισιού την εποχή του Μεσοπολέμου, ένα από τα μέρη όπου μπορούσαν να ξεδιψάσουν, τη διεύθυνση του Harry’s New York Bar, στο 5 της Rue Daunou. Ο πανούργος αυτός Σκοτσέζος τα είχε όλα ξεκάθαρα στο μυαλό του, αν έγραφε 5 Rue Daunou στα γαλλικά, τα αμερικανάκια δεν θα μπορούσαν να το προφέρουν, άρα δύσκολα θα κατάφερναν και να φθάσουν, οπότε το μετέγγραψε φωνητικά. Ήταν ένα αθώο, φαινομενικά απλό κόλπο, το οποίο όμως αποδεικνύει πολλά για τον ίδιο και την προσωπικότητά του. Στα τριάντα χρόνια που ακολουθούν θα τυπώσει δώδεκα εκδόσεις του οδηγού του για κοκτέιλ, θα ιδρύσει μια ψευδο-μυστική λέσχη θαμώνων με το μπαρ του καταχωρημένο ως «Παγίδα υπ’ αριθμόν ένα», και θα αφήσει πίσω του μια λίστα με κοκτέιλ τόσο μεγάλη, ώστε ορισμένα δεν πρόλαβε καν να τα εφεύρει! Ο McElhone θα αποτελέσει ταυτόχρονα τον σημαντικότερο χρονικογράφο των μπαρ του Μεσοπολέμου, όπως και… τον πλέον μεροληπτικό!
Ο Harry McElhone γεννήθηκε ως Henry στο Νταντί της Σκoτίας, στις 16 Ιουνίου 1890. Ο μπαμπάς του απασχολείτο στην τότε κραταιά βιομηχανία της γιούτας, του υλικού που είχε κάνει το Νταντί ταυτόχρονα πολύ πλούσιο και πολύ βρώμικο, και που πλέον επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο ως ένα εξαιρετικό βιοδιασπώμενο υλικό. Ο McElhone άφησε τα πάτρια εδάφη νωρίς και βρέθηκε το 1911 πίσω από τη μπάρα του New York Bar των Παρισίων, ενός μαγαζιού που είχε στηθεί από τον Αμερικανό τζόκεϊ Tod Sloan με την πιο κυριολεκτική εκδοχή του πολιτισμικού δανεισμού, το ξήλωμα της ξύλινης επένδυσης ενός σαλούν της Νέας Υόρκης, το φόρτωμά του σε ένα πλοίο και τη μεταφορά του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Περισσότερα όμως για το New York Bar θα διαβάσετε εδώ.
Το 1914 ο πόλεμος τον βρίσκει με Γαλλίδα σύζυγο και ανάλογη πρώτη παρόρμηση: ζητά να καταταγεί όχι στον βρετανικό αλλά στον γαλλικό στρατό. Όταν μαθαίνει ότι αυτό θα τον έστελνε στην περιβόητη Λεγεώνα των Ξένων, αναθεωρεί με αξιοσημείωτη ταχύτητα και παίρνει το πλοίο για τη Νέα Υόρκη, εξ ου και οι σύντομες θητείες στο Plaza και στο Hotel Elton του Γουότερμπερι.
Στις αρχές του 1915 βρίσκεται πάλι στο Παρίσι, προσλαμβάνεται για να ξανανοίξει το κλειστό New York Bar, και σχεδόν αμέσως τον αρπάζει το νεοσύστατο Ciro’s Club —και για αυτό έχουμε γράψει εδώ— του Λονδίνου ως επικεφαλής μπάρμαν: Fourth Degrees, Tipperaries, Chorus Ladies και άλλα τριάντα κοκτέιλ, συν τριάντα τέσσερα long drinks, για ό,τι είχε απομείνει από την υψηλή κοινωνία της βρετανικής πρωτεύουσας. Κρατήστε αυτόν τον αριθμό: εξήντα τέσσερα ποτά σε κατάλογο, εν μέσω πολέμου, από έναν άνθρωπο εικοσιπέντε ετών.
Έναν χρόνο αργότερα κατατάσσεται τελικά στη Royal Naval Air Service, την αεροπορία του βρετανικού Ναυτικού, όπου περνά το υπόλοιπο του πολέμου ως παρατηρητής αεροσκάφους πάνω από τη Φλάνδρα. Όχι ως πιλότος, αλλά ως δεύτερος επιβαίνων, αυτός που κοιτάζει κάτω και λέει πού να πέσουν τα πυρά.
Μετά την ανακωχή επιστρέφει στο Ciro’s, και εκεί, το 1921, βγαίνει το πρώτο του βιβλίο: Harry of Ciro’s ABC of Mixing Cocktails. Ο τίτλος λέει τα πάντα, αφού το όνομά του προηγείται του περιεχομένου. Το 1922 κυκλοφορεί η αναθεωρημένη έκδοση, ενώ ώσπου να πεθάνει θα προλάβει να δει δώδεκα, παρακαλώ.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 ταξιδεύει στο Ντωβίλ για να ανοίξει παράρτημα του Ciro’s, και στις 8 Φεβρουαρίου 1923 αγοράζει το μαγαζί όπου είχε ξεκινήσει ως υπάλληλος και το οποίο είχε ήδη μια φορά ξανανοίξει. Του δίνει το όνομα με το οποίο το ξέρουμε σήμερα: Harry’s New York Bar. Τη δεκαετία του ’30 θα ανοίξει και το Chez Harry στο Λε Τουκέ, το οποίο αργότερα πουλάει.Το μπαρ μετατράπηκε από από ένας απλός τόπος σε απόλυτο προορισμό και σε ένα πρόσωπο με ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Από αυτήν την περίοδο της ζωής του προκύπτουν και μερικές άκρως διασκεδαστικές ιστορίες. Στον McElhone αποδίδονται, με ποικίλους βαθμούς βεβαιότητος, το Sidecar, το White Lady, το Monkey Gland, το Scofflaw, το Between the Sheets, το Boulevardier, μια πρώιμη εκδοχή του French 75 και —σε ορισμένες αφηγήσεις— ακόμη και το Bloody Mary. Εκ πρώτης και αν μη τι άλλο, ένα εντυπωσιακό βιογραφικό γεμάτο με κοκτέιλ-θρύλους. Είναι επίσης, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα του ότι ο άνθρωπος συνέχιζε να τυπώνει βιβλία ενώ οι ανταγωνιστές του απλώς τα σέρβιραν. Λες και ήταν σίγουρος πως η φιγούρα και η υστεροφημία του θα επηρρέαζαν τόσο τις μελλοντικές γενιές από μπάρμαν.
Πάρτε για παράδειγμα το Sidecar. Στην έκδοση του 1922 ο ίδιος ο McElhone το πιστώνει καθαρά στον Pat MacGarry, «τον δημοφιλή μπάρμαν του Buck’s Club του Λονδίνου». Σε μεταγενέστερες εκδόσεις η αναφορά στον MacGarry υποχωρεί και τη θέση του δημιουργού παίρνει ο ίδιος. Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε κακοπιστία, αρκεί η φυσιολογική εντροπία της μνήμης, βοηθούμενη από το ότι κανείς εκείνη την εποχή δεν διόρθωνε, ούτε διπλοτσέκαρε. Το Ritz του Παρισιού διεκδικεί κι εκείνο το ποτό, με ανάλογη τεκμηρίωση, δηλαδή με καμία απολύτως.
Το Monkey Gland στέκει σε ακόμη πιο ολισθηρό έδαφος. Ο McElhone το δημοσιεύει στην έκδοση του 1923 (μια ριξιά αψέντι, ένα κουταλάκι γρεναδίνη, μισό μέρος χυμό πορτοκαλιού, μισό μέρος τζιν Gordon’s) και το όνομα αποτελεί ευθεία αναφορά στον δόκτωρα Serge Voronoff, τον Ρωσογάλλο χειρουργό που μεταμόσχευε ιστό από όρχεις πιθήκων σε ηλικιωμένους κυρίους υποσχόμενος αναζωογόνηση (ντόοοοινγκ) —η πιο εντυπωσιακή απόδειξη ότι η δεκαετία του 1920 ήταν πρόθυμη να πιστέψει οτιδήποτε. Το πρόβλημα είναι χρονολογικό: το ποτό εμφανίζεται στον λονδρέζικο Τύπο ήδη από το 1919 και το 1923 σερβίρεται κανονικά στο Romano’s. Ο McElhone μάλλον δεν το εφηύρε, αλλά το καταχώρισε.
Το Bloody Mary, πάλι, δεν το διεκδίκησε ποτέ με έμφαση και καλά έκανε. Ο Fernand Petiot μπήκε το 1916 ως λαντζέρης στο ίδιο ακριβώς μαγαζί, ανέβηκε στη μπάρα, και δεκαετίες αργότερα, από το King Cole Bar του St. Regis στη Νέα Υόρκη, το διεκδικούσε για τα παριζιάνικα χρόνια του: «ήταν σκέτη βότκα με ντοματοχυμό όταν το πήρα στα χέρια μου». Ότι το ποτό γεννήθηκε στο Ρου Ντονού είναι πιθανό. Ότι το γέννησε ο McElhone, αρκετά λιγότερο.
Το Boulevardier αποτελεί μία τίμια εξαίρεση, και αξίζει να σημειωθεί ακριβώς γι’ αυτό. Στο δεύτερο βιβλίο του, το Barflies and Cocktails του 1927 —μια πιο ανάλαφρη παραλλαγή του ABC, με σκίτσα και πορτρέτα των ίδιων του των θαμώνων— το ποτό αποδίδεται ρητά στον Erskine Gwynne, Αμερικανό συγγραφέα και εκδότη του ομώνυμου παρισινού περιοδικού, θαμώνα του μπαρ: «τώρα που ο Erskine Gwynne μπούκαρε με το Boulevardier Cocktail του· 1/3 Campari, 1/3 ιταλικό βερμούτ, 1/3 μπέρμπον». Ένα Negroni δηλαδή με μπέρμπον στη θέση του τζιν, που θα χρειαζόταν άλλα ογδόντα χρόνια για να αναγνωριστεί ως κλασικό. Όταν του συνέφερε, ο Harry ήξερε πολύ καλά να δίνει credit.
Το Scofflaw, αντιθέτως, είναι αναμφισβήτητα δικό του — και είναι η καλύτερη απόδειξη του πώς δούλευε το μυαλό του. Στα τέλη του 1923 ο Delcevare King, τραπεζίτης και ένθερμος υποστηρικτής της Ποτοαπαγόρευσης, προκήρυξε διαγωνισμό με έπαθλο διακόσια δολάρια σε χρυσό: ζητούσε μια καινούργια λέξη για να περιγράψει «τον άνομο πότη». Από είκοσι πέντε χιλιάδες προτάσεις, στις 16 Ιανουαρίου 1924 ανακηρύχθηκε νικήτρια η λέξη scofflaw, από το scoff, περιφρονώ, και law, νόμος. Πριν τελειώσει ο μήνας, το μπαρ του Ρου Ντονού σέρβιρε το ομώνυμο κοκτέιλ: ένα τρίτο Canadian Club, ένα τρίτο ξηρό βερμούτ, ένα έκτο χυμό λεμονιού, ένα έκτο γρεναδίνη. Ωραία αντανακλαστικά, θα προσθέσω!
Trap No. 1
Το πραγματικό επίτευγμά του, πάντως, δεν ήταν καμία από τις προαναφερθείσες συνταγές. Κατά τη γνώμη μου ήταν η ιδιοφυία του με όρους σημερινού marketing, ο μύθος που έχτισε γύρω από τα μπαρ του και η ικανότητά του να δημιουργεί πιστούς θαμώνες, που επέστρεφαν ξανά και ξανά. Εν τέλει, το brand που έχτισε απεδείχθη τόσο επιδραστικό ώστε να το αντιγράψουν, χρόνια αργότερα, ο Don the Beachcomber και ο Trader Vic.
Τον Δεκέμβριο του 1924 ιδρύει τους International Bar Flies, μια ψευδο-μυστική λέσχη ανθρώπων που απολάμβαναν το ποτό, με κανονικό καταστατικό, μυστικό χαιρετισμό, κανονισμούς γραμμένους σε τόνο παρωδίας και ιεραρχία που δεν οδηγούσε πουθενά. Το μπαρ του ονομάστηκε «Trap No. 1» (παγίδα υπ’ αριθμόν ένα), οι γυναίκες μέλη ήταν οι «butterflies», και ο ίδιος υπέγραφε ως «Blue Bottle Fly». Ίδρυσε επίσης τη «Λέσχη Πιστών Παικτών Βελακίων» (darts), όπως και το «Τάγμα των Πρώην Καπνιστών Πίπας», γιατί προφανώς ένας παράλογος σύλλογος δεν αρκούσε.
Από το 1924 καθιέρωσε επίσης μια άτυπη κάλπη: οι Αμερικανοί θαμώνες ψηφίζουν για τις προεδρικές εκλογές της πατρίδας τους δείχνοντας διαβατήριο, το ψηφοδέλτιο πέφτει σε ένα ξύλινο κουτί με λουκέτο, τα προσωρινά αποτελέσματα γράφονται στον καθρέφτη πίσω από τη μπάρα και τα τελικά ανακοινώνονται τη νύχτα των εκλογών. Σε έναν αιώνα η κάλπη του Ρου Ντονού έχει πέσει έξω μόνο τρεις φορές: 1976, 2004, 2016. Με άλλα λόγια, ο McElhone εξασφάλισε ότι κάθε τέσσερα χρόνια ένα συγκεκριμένο πλήθος έχει λόγο να βρεθεί στο μαγαζί του σε συγκεκριμένη ημερομηνία και μάλιστα έναν λόγο που τόνιζε το πατριωτικό του αίσθημα.
Με σημερινούς όρους ίσως θα γράφαμε πως δημιουργούσε περιεχόμενο community building, loyalty program και PR stunt, όμως τριάντα χρόνια πριν αυτά αποκτήσουν ονόματα και σίγουρα before they were cool. Ο David Wondrich το έχει διατυπώσει ξεκάθαρα, ο McElhone δεν έφτιαξε απλώς ένα αμερικανικό μπαρ στο Παρίσι, έφτιαξε ΤΟ αμερικανικό μπαρ στο Παρίσι, και το πρότυπο που αργότερα θα ακολουθήσουν πολλοί άλλοι διάσημοι άνθρωποι του μπαρ.
Το 1940, με τους Γερμανούς στο Παρίσι, η οικογένειά του περνά στο Λονδίνο, δουλεύουν στο Café de Paris και στο Ritz, και επιβιώνουν από τον βομβαρδισμό του Μαρτίου 1941 που ισοπέδωσε το πρώτο. Μετά την απελευθέρωση ο Harry γυρίζει στο Ρου Ντονού και συνεχίζει από εκεί που το είχε αφήσει, κρατώντας το μπαρ ως τον θάνατό του, το 1958. Τον διαδέχεται ο γιος του Andrew (1923–1996) —γεννημένος τη χρονιά που ο πατέρας του αγόρασε το μαγαζί— έπειτα ο εγγονός Duncan (1954–1998), που έφυγε σαράντα τεσσάρων ετών, δύο μόλις χρόνια μετά τον πατέρα του, και σήμερα ο δισέγγονος Franz-Arthur.
Η εύκολη κατάληξη είναι να πούμε ότι ο McElhone ήταν πρωτίστως ένας σπουδαίος και ικανότατος πωλητής, ένας Σκοτσέζος με ταλέντο στη δημοσιότητα που έτυχε να στέκεται πίσω από μια μπάρα, αλλά θα ήταν νομίζω άδικη.
Γιατί τα βιβλία, όσο ατημέλητα κι αν είναι στις αποδόσεις, έκαναν κάτι που ελάχιστοι έκαναν τότε, κατέγραψαν. Δώδεκα εκδόσεις σε τριάντα χρόνια σημαίνουν δώδεκα στιγμιότυπα του τι πραγματικά έπιναν οι άνθρωποι, όχι του τι θα θέλαμε να είχαν πιει. Χωρίς το ABC και το Barflies θα είχαμε χάσει δεκάδες συνταγές του Μεσοπολέμου, και μαζί τη δυνατότητα να ελέγξουμε τους ισχυρισμούς του ίδιου του McElhone —παρατηρήστε ότι ξέρουμε πως άλλαξε γνώμη για το Sidecar μόνο επειδή είχε την ευθιξία να το τυπώσει και τις δύο φορές. Ο άνθρωπος άφησε πίσω του τα αποδεικτικά της ενοχής του, ένα εξαιρετικό παράδειγμα αρχειονομίας με ελαστική μνήμη.