Η ερώτηση μπορεί να μοιάζει αφελής, όμως η απάντησή της έχει νόημα και ουσία, γιατί ακριβώς χαρτογραφεί μια ολόκληρη κατηγορία και την σημερινή της δυναμική, ενώ σίγουρα θα σας εκπλήξει, ακόμη κι εσάς που ασχολείστε επαγγελματικά με τα ποτά. Κι αυτό διότι όλα όσα έχετε ακούσει ή διαβάσει, τα περισσότερα από αυτά που συντηρούν τον μύθο του τζιν έχουν πλέον καταρριφθεί, ενώ ακόμη και συσχετισμοί χρόνων έχουν αλλάξει, και μαζί τους οι ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά. Και βέβαια, το «ανήκειν» του τίτλου, εν προκειμένω κρύβει δύο εντελώς διαφορετικά ερωτήματα: ποια χώρα γέννησε το τζιν και σε ποιον ανήκει σήμερα, ποια χώρα ζει και αναπνέει με αυτό. Περιέργως λοιπόν, καμία από τις δύο απαντήσεις δεν είναι αυτή που έχετε έτοιμη στο μυαλό σας.
Η γέννηση του τζιν
Οι περισσότεροι έχουν κάνει κτήμα τους εδώ και χρόνια την εκδοχή με τους Ολλανδούς, το τζενίβερ, το ‘’Dutch Courage’’ και τους Άγγλους στρατιώτες που επέστρεψαν στο νησί τους με την τσέπη τους γεμάτη άρκευθο. Ξεκάθαρη και εύπεπτη, μάλιστα βόλεψε και τους Ολλανδούς και τους Άγγλους, μαζί και τα αποστάγματά τους. Αν θέλετε να αποκτήσετε πλήρη εικόνα της ιστορίας του τζιν, τότε μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ. Αν δεν έχετε τόσο χρόνο, συνεχίστε με την ανάγνωση του παρόντος.
Η αλήθεια πάντως είναι πως δεν υπάρχει κάποιο ψέμα στην γνωστή ιστορία, διότι πράγματι οι Ολλανδοί βάφτισαν το απόσταγμα αρκεύθου με ένα όνομα που παραπέμπει στο σημερινό, το συστηματοποίησαν, το εμπορευματοποίησαν και το φόρτωσαν στα αμπάρια της Dutch East India Company. Όμως η ιστορία αποκρύπτει τεχνηέντως κάτι που ανακαλύφθηκε και βγήκε ξανά στην επιφάνεια πολύ πρόσφατα από το ζεύγος Miller-Brown, με το πιο πρόσφατο ιστορικό τους βιβλίο και τις αντίστοιχες διαλέξεις τους. Πολύ πριν το Άμστερνταμ μετατρέψει το τζενίβερ σε εξαγώγιμο εμπόρευμα, Γερμανοί φαρμακοτρίφτες και μοναχοί απέσταζαν ήδη τα δικά τους ποτά με άρκευθο, τα επονομαζόμενα και ουδόλως σέξι στην προφορά Wacholderbeerwaßer, πιθανότατα μάλιστα νωρίτερα από τους Ολλανδούς ομότεχνούς τους.
Το τζενίβερ —ετυμολογικός και όχι μόνο πρόγονος του τζιν, διά μέσου του λατινικού juniperus— είναι αναμφισβήτητα ολλανδικό. Η ίδια όμως η σύλληψη, το κόνσεπτ της απόσταξης καρπών αρκεύθου, διεκδικείται βασίμως από τη Γερμανία. Οπότε κάπως έτσι, πριν καν φθάσουμε στο σήμερα, ακόμη κι η πατρότητα του τζιν είναι αμφισβητούμενη. Το τζιν δεν ανήκει καθαρά ούτε καν στη χώρα που όλοι, μηχανικά, πιστώνουν.
Ανήκομεν, τελικώς, εις την Δύσιν;
Ξεπερνώντας τον ύφαλο της πατρότητας, αν προσπαθήσει κανείς να μαντέψει «ποια χώρα πίνει το περισσότερο τζιν;», μια θεωρητικά εύκολη ερώτηση που απαντάται με συγκεκριμένα νούμερα, ακόμη κι εκεί θα λάβει διαφορετικές απαντήσεις, ουχί επειδή κάποιος ψεύδεται, αλλά επειδή υπάρχουν τρεις θεμελιωδώς διαφορετικοί τρόποι για να το μετρήσουμε. Υπάρχει η κατανάλωση σε λίτρα ή σε κιβώτια στο σύνολο της χώρας, υπάρχει η κατά κεφαλή κατανάλωση, ενώ βέβαια υπάρχει και η συνολική αξία των πωλήσεων.
Όταν λοιπόν κοιτάξουμε τους όγκους του τζιν, πόσο τζιν δηλαδή καταναλώνει η κάθε χώρα, τότε η κυριαρχία είναι συντριπτική και ανήκει… στις Φιλιππίνες! Μία και μόνο χώρα απορροφά το 37,5% κάθε λίτρου τζιν που καταναλώνεται στον πλανήτη, περίπου 39,6 εκατομμύρια εννιάλιτρα κιβώτια! Το ακόμη πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως σχεδόν το απόλυτο σύνολο της κατανάλωσης αυτής προέρχεται από ένα και μόνο brand, του Ginebra San Miguel, ενός τζιν από ζαχαροκάλαμο, το οποίο πωλείται με λίγα μόλις δολάρια τη φιάλη. Ομοίως, η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά τζιν στον κόσμο είναι… η Νιγηρία, με 10,2% του παγκόσμιου όγκου. Οι ΗΠΑ έρχονται μόλις τρίτες (7,6%), η Βρετανία τέταρτη (4,1%), η Ισπανία πέμπτη. Οι δύο μεγαλύτεροι καταναλωτές τζιν στη Γη, δηλαδή, είναι μία χώρα της ΝΑ Ασίας και μία της Αφρικής.
Κατά κεφαλήν, το παλιό αφήγημα ήθελε την Ισπανία πρωταθλήτρια, μια χώρα που έκανε μόδα το τζιν με τόνικ και έβαλε στην καθημερινή κουλτούρα κατανάλωσης το ξακουστό απόσταγμα. Τα στοιχεία όμως του 2025 το καταρρίπτουν. Πρώτες, και πάλι, οι Φιλιππίνες με 3,16 λίτρα ανά κάτοικο, σχεδόν τετραπλάσιο από τα 0,82 της Ισπανίας. Για τους υπόλοιπους τώρα του top 5, οφείλω να σημειώσω κάτι, να ερμηνεύσω τα απροσδόκητα αποτελέσματα. Αμέσως μετά τις Φιλιππίνες, η κατάταξη γεμίζει με νησιά-φορολογικούς παραδείσους, τα Σεν Μπαρτ, τις Μπαχάμες, τα νησιά Κέιμαν και τα Κανάρια, χώρες όπου ένας ελάχιστος μόνιμος πληθυσμός «χρεώνεται» τις τεράστιες πωλήσεις του τουρισμού και των duty-free. Αν τα αφαιρέσουμε, τότε η πραγματική κατάταξη της κατανάλωσης ανά κάτοικο διαμορφώνεται ως εξής: Φιλιππίνες, Ισπανία, και… Ακτή Ελεφαντοστού (0,79)!
Σε ποια, επιτέλους, κατηγορία νικά η Δύση; Εκεί που ίσως φανταστήκατε, στο χρήμα. Πρώτες σε αξία αγορών οι ΗΠΑ, με μερίδιο 15% της παγκόσμιας αγοράς, δεύτερη η Μεγάλη Βρετανία, με 12% και μόλις τρίτες οι Φιλιππίνες, που καταναλώνουν πάνω από το ένα τρίτο του όγκου, ενώ εδώ μετά βίας πιάνουν το 9,6% μερίδιο της παγκόσμιας αξίας. Λογικό κι επόμενο, τα δυτικά brands αλλά και γενικά η δυτική αγορά διακινούν πιο ακριβά προϊόντα, ενώ στις Φιλιππίνες και σχεδόν στο σύνολο της αφρικανικής αγοράς το τζιν είναι πολύ πολύ φθηνό, γι’ αυτό και η κατανάλωσή του τεράστια.
Η παράξενη λοιπόν βιογραφία του τζιν εκφράστηκε μέσα από δεκάδες κεφάλαια, κάθε ένα από τα οποία διαδραματίστηκε και γέμισε με λέξεις από διαφορετικές χώρες και ηπείρους. Ένα ποτό που πιθανότατα συνελήφθη ως ιδέα στη Γερμανία, βαφτίστηκε στην Ολλανδία, νομοθετήθηκε και μυθοποιήθηκε στη Βρετανία, εμπορευματοποιήθηκε από το σύνολο του δυτικού πολιτισμού και το οποίο, στην πραγματικότητα, καταναλώνεται κατά κόρον στις Φιλιππίνες και σε ολόκληρη την Αφρική. Καθένας από αυτούς τους τόπους διεκδικεί, ανερυθρίαστα, ένα κομμάτι του, προφανώς κανείς δεν το κατέχει ακέραιο, το τζιν δεν ανήκει σε κανέναν ή, καλύτερα, ανήκει σε όλο τον κόσμο.
Θεωρώ όμως πως τόσο η πολυπολιτισμικότητα που χαρακτηρίζει το τζιν, όσο τελικώς και η εσφαλμένη αποτύπωση του Λονδίνο-Άμστερνταμ-Μαδρίτη, που μάλλον πιο σωστά θα εκφραζόταν με το τρίπτυχο Μανίλα-Λάγος-Αμπιτζάν, δίνουν νόημα και ουσία ως απάντηση στην ερώτηση του τίτλου.
Όλα τα στοιχεία αφορούν το 2025 και έχουν ληφθεί από την IWSR.