Θρυλικά μπαρ του κόσμου: Bar Basso – Μιλάνο

 


08 Ιούνιος 2026

Μπορεί το βερμούτ να γεννήθηκε στο Τορίνο, στη Φλωρεντία το Νεγκρόνι και στη Βενετία το Spritz, όμως το Μιλάνο θεωρείται η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα του απεριτίβο και η πόλη που πολύ γρήγορα επέλεξε το κοκτέιλ έναντι του καφέ. Αν θέλει μάλιστα κανείς να βρει το σημείο όπου ενηλικιώθηκε και έγινε θρύλος η μαγική τελετουργία του απεριτίβο, τότε θα πρέπει να αφήσει πίσω του τον Duomo και τη Γκαλερία, να διασχίσει τον πολυσύχναστο δρόμο της Corso Buenos Aires και να στρίψει σε έναν παράδρομο, στη Via Plinio. Εκεί, κάτω από μια κόκκινη τέντα κι ένα καλλιγραφικό νέον, way before it was cool, σε πορφυρό του Campari φόντο, θα συναντήσει ένα από τα θρυλικά μπαρ-τοπόσημα της χώρας, ένα που μοιάζει σαν να υπήρχε εκεί από πάντα και που δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει ιστορία. Αναφέρομαι, φυσικά, στο μιλανέζικο Bar Basso.

Δυο Βενετσιάνοι αναλαμβάνουν μια παραδοσιακή osteria.

Η ιστορία ξεκινά το 1933, μέσα στα χρόνια του φασισμού, όταν ένας άνθρωπος ονόματι Giuseppe Basso ανοίγει μια osteria στη νότια πλευρά του Μιλάνου, κοντά στην Porta Vigentina. Το μπαρ κουβαλά ήδη το όνομα που δεκαετίες αργότερα θα αποτελέσει σήμα κατατεθέν για τη Μιλανέζικη μπαρ σκηνή, ακόμη κι αν θα προηγηθεί η μεταφορά του σε άλλο σημείο της πόλης. Έτσι, μετά τον πόλεμο, ο Basso το μεταφέρει στη σημερινή του στέγη, στη συνοικία Lima, στα όρια της φοιτητικής Città Studi, όπου παραμένει μέχρι σήμερα, σχεδόν ανέγγιχτο.

Σημείο καμπής για το μπαρ αποτελεί το σωτήριο έτος 1967, όταν δύο Βενετσιάνοι μπάρμαν, ο Renato Haussmann και ο Mirko Stocchetto, εξαγοράζουν το μπαρ. Κυρίως ο δεύτερος αναλαμβάνει την ολική μεταμόρφωση του μπαρ, από μια απλή οστερία, σε σύγχρονο ναό της διεθνούς κουλτούρας του κοκτέιλ, ένα όραμα που έλαβε σάρκα και οστά τις επόμενες δεκαετίες.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στη λαϊκή, βόρεια συνοικία του Cannaregio στη Βενετία, ο Stocchetto λένε πως πριν βρεθεί στα κομψά σαλόνια του ξενοδοχείου Monaco & Grand Canal —ένας από τους πλέον εύκολους επαγγελματικούς δρόμους των νέων της εποχής· η εστίαση— μετέφερε το καβαλέτο ενός κουτσού ζωγράφου. Σε κάθε περίπτωση, εκεί ήταν που γνωρίστηκε και με το έτερόν του επαγγελματικό ήμισυ, τον Haussmann, ο οποίος αργότερα τον κάλεσε στο μπαρ του ξενοδοχείου Hotel de la Poste, στο χιονοδρομικό θέρετρο της Cortina d’Ampezzo.

Δούλεψε σε ξενοδοχεία της Βενετίας σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, συνεχίζοντας να σερβίρει τόσο στα χρόνια της γερμανικής κατοχής όσο και μετά την απελευθέρωση από τους Συμμάχους. Όσο διήρκεσε η μεταπολεμική ευφορία, από τις μπάρες του πέρασε όλο το διεθνές jet set, κυρίως στην Cortina, οι Agnelli και οι Barilla, η Λιζ Τέιλορ και ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, ακόμη και ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. «Αν περάσει κανείς έξι μήνες φτιάχνοντας ποτά για τον Χέμινγουεϊ», λέει σήμερα ο γιος του, «κάτι θα μάθει».

Όλη αυτή τη γνώση και την εμπειρία, τις εικόνες και τις παραστάσεις, όπως και τη λάμψη της διεθνούς σοσιαλιτέ ο Stocchetto τη συσκεύασε και τη μετέφερε στο Μιλάνο, μεταφέροντας την πολυτέλεια και τη χλιδή ενός μεγάλου ξενοδοχείου μέσα σ’ ένα μπαρ της γειτονιάς, βεβαίως με την πολύτιμη βοήθεια του φίλου του, Renato. Άφησε ανέπαφο το ροζ μάρμαρο στο δάπεδο, τις βαριές βελούδινες κουρτίνες και τους κρυστάλλινους πολυελαίους, έντυσε όμως τους μπάρμαν με λευκά πουκάμισα και κόκκινες γραβάτες, και τους έμαθε να σερβίρουν δίχως μεζούρες, με το μάτι. Ο δε κατάλογός του έφτασε κάποια στιγμή τα 500 κοκτέιλ.

Το σφάλμα που έγινε κλασικό

Από όλα τα μοναδικά κοκτέιλ που πέρασαν από εκείνη τη μπάρα, ένα και μόνο αρκούσε, όπως απεδείχθη, για να εξασφαλίσει στο Bar Basso μια θέση στην ιστορία της παγκόσμιας κουλτούρας του μπαρ και να πατήσει μια πινέζα στο Μιλάνο. Ο θρύλος μιλά για ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1972, όταν ο Mirko Stocchetto ετοίμαζε ένα Νεγκρόνι για έναν πελάτη του. Όπως σε όλες τις παρόμοιες ιστορίες, όταν τις αναπαράγουμε σήμερα μας φαίνονται λίγο αστείες, λίγο παραπάνω γλυκερές, έτσι νομίζω και στην περίπτωση του Mirko: η διήγηση τον θέλει να προσθέτει πάγο στο ποτήρι, μια φέτα πορτοκαλιού, Campari και γλυκό βερμούτ, όμως την ώρα που θα έπιανε το τζιν, εκείνος έπιασε ένα μπουκάλι που είχαν βάλει στη θέση του, αυτό του Prosecco. Η ιστορία συνεχίζει με τον πρωταγωνιστή να αντιλαμβάνεται το λάθος του, όμως όπως κάθε σωστός μπάρμαν με αυτοπεποίθηση, έτσι κι ο Mirko καταφέρνει και «πουλά» το «λάθος» κοκτέιλ στον πελάτη του, ως μια αφρίζουσα παραλλαγή του κλασικού Νεγκρόνι.

Ιστορικό γεγονός ή μύθος, αλήθεια ή απλώς μια ωραιοποιημένη ιστορία, σε κάθε περίπτωση, κάπως έτσι λένε πως γεννήθηκε το Negroni Sbagliato, το «λανθασμένο» Νεγκρόνι, με ίσα μέρη Campari, γλυκό βερμούτ και Prosecco στη θέση του τζιν. Και φαίνεται πως ήταν, εν τέλει, το όνομα που έκανε τη μισή δουλειά. «Αν το είχε ονομάσει Maurizio, δεν θα γινόταν ποτέ επιτυχία», παραδέχεται ο γιος του. «Αλλά το Sbagliato είναι παιχνιδιάρικο, ιντριγκαδόρικο. Και το αστείο είναι πως ποτέ δεν το προωθήσαμε, απογειώθηκε μόνο του».

Έκτοτε το Negroni Sbagliato ξεκίνησε να σερβίρεται στο Bar Basso, όπου ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να το μαθαίνει και να το αγκαλιάζει, όμως έπρεπε να έρθουν τα πιο λαμπερά 90s για να ξεφύγει η δημοτικότητά του. Μάλιστα γύρω στο 2000 ο υιός Stocchetto, Maurizio, φρόντισε να κατοχυρώσει την ονομασία του ως εμπορικό σήμα.

Αξίζει εδώ μια παρένθεση για το ποτήρι. Το Negroni Sbagliato δεν σερβίρεται σε οποιοδήποτε ποτήρι, αλλά στο περίφημο bicchierone, ένα μεγάλο ποτήρι με ψηλό πόδι, σχεδιασμένο από τον ίδιο τον Mirko. Σήμερα και από το 2023 το bicchierone εκτίθεται στο Μουσείο Ιταλικού Design της Triennale.

Ο ναός του design

Πρωτότυπο, πάντως, για ένα μπαρ εκείνη την εποχή να σχεδιάζει δικό του ποτήρι για κοκτέιλ, ακόμη κι αν αυτό το μπαρ βρίσκεται στη χώρα που για πολλές δεκαετίες αποτελούσε τη Μέκκα του διεθνούς design, ενδεχομένως και γενικότερα του στιλ, είτε αυτό αφορά την ένδυση, την αυτοκινητοβιομηχανία, το φωτισμό και το έπιπλο, είτε τις μηχανές, τις ηλεκτρικές συσκευές, αλλά και ολόκληρη την κουλτούρα του design.

Αυτή πάντως η αύρα του κορυφαίου, απαράμιλλου design φαίνεται πως άγγιξε και το Bar Basso, ξεκινώντας τη δεκαετία του ’80, την εποχή του ‘’Milano da bere’’, του «Μιλάνου που έπινε», όπως το βάφτισε μια διαφήμιση της Ramazzotti το 1985. Ο Maurizio Stocchetto, που είχε αναλάβει πλέον το τιμόνι, έπιασε φιλία με μια παρέα νεαρών σχεδιαστών. Επικεφαλής της, ο εκλιπών James Irvine, που ζούσε στο Μιλάνο και δούλευε για τον Ettore Sottsass. Γύρω του ονόματα που σήμερα διαβάζονται με δέος, στην κυριολεξία μια λίστα από all-star του design: Marc Newson, Jasper Morrison, Ron Arad, Ross Lovegrove, Konstantin Grcic.

Ο Morrison θυμάται πως με τον Irvine, καθώς σχεδίαζαν έπιπλα για την Cappellini, σταματούσαν στο Bar Basso για καφέ πηγαίνοντας προς το εργοστάσιο και για απεριτίβο στην επιστροφή. Κάποια στιγμή ζήτησαν από τον Maurizio να διοργανώσουν ένα πάρτι κατά τη διάρκεια του Salone del Mobile, μοιράζοντας ως προσκλήσεις drink tokens, μάρκες που ο κόσμος τις έδινε απευθείας στον μπάρμαν χωρίς να χρειάζεται να περιμένει για να πληρώσει.

Το 1999, η φήμη ξέφυγε από κάθε έλεγχο: πάνω από χίλιοι άνθρωποι κατέκλυσαν το μπαρ, ξεχύθηκαν στο πεζοδρόμιο και στην πλατεία απέναντι, κι εκείνη η βραδιά εγκαθίδρυσε μια παράδοση που κρατάει μέχρι σήμερα. Από τότε, το Bar Basso είναι το ανεπίσημο afterparty του Salone, ο τόπος όπου, όπως λένε χαριτολογώντας, «μεθάει ο κόσμος του design».

Ο Maurizio Stocchetto

Ο Ron Arad όμως το έχει πει καλύτερα απ’ όλους: «Δεν ένιωθες πως πήγαινες σ’ ένα μπαρ. Ένιωθες πως πήγαινες στου Maurizio». Κι ο Maurizio, με τη σειρά του, λατρεύει αυτή την ισοπεδωτική δημοκρατία του συνωστισμού: «Το μαγαζί είναι τόσο γεμάτο που μερικές φορές ο βοηθός σερβίρεται πριν από τον διάσημο σχεδιαστή, γιατί απλώς δεν ξέρουμε ποιος είναι ποιος».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, από τα τραπέζια του πέρασαν ο Alessandro Michele με την ομάδα του Gucci και ο Virgil Abloh, ενώ ο τρισμέγιστος Maurizio Cattelan, σε μια από τις πιο απολαυστικές φάρσες του, έστησε κάποτε ένα πάρτι σε ένα μικρό και άκυρο μπαρ ακριβώς απέναντι από το Bar Basso και το βάφτισε, με νόημα, «Lo Sbagliato»!

Το Sbagliato, πενήντα χρόνια αργότερα

Κι ενώ όλα αυτά συνέβαιναν στον αναλογικό κόσμο, το 2022 το Negroni Sbagliato γνώρισε μια δεύτερη, εντελώς απρόσμενη ζωή, ακριβώς πενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Σ’ ένα βιντεάκι του HBO για τη σειρά House of the Dragon, η ηθοποιός Emma D’Arcy, ρωτημένη για το αγαπημένο της ποτό, απάντησε με χαμηλωμένη φωνή: A Negroni… Sbagliato… with Prosecco in it”, και η συμπρωταγωνίστριά της Olivia Cooke ψιθύρισε «Oh, stunnin’». Το κλιπ ξεπέρασε τα 15 εκατομμύρια προβολές, έγινε meme, και εκτόξευσε τις πωλήσεις του Campari και του Prosecco παγκοσμίως. Ένα ποτό που είχε γεννηθεί από λάθος μισό αιώνα πριν, βρισκόταν ξαφνικά στο στόμα μιας ολόκληρης γενιάς που δεν είχε πατήσει ποτέ στη Via Plinio. Ο Maurizio το σχολιάζει με την ηρεμία ανθρώπου που τα έχει δει όλα: «Ο κόσμος το παραγγέλνει σήμερα ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι τότε».

Η αναγνώριση, εξάλλου, δεν σταμάτησε στα σόσιαλ μίντια. Το 2026, το Bar Basso αναδείχθηκε κορυφαίο μπαρ του κόσμου στα Global Tastemakers Awards του περιοδικού Food & Wine — ένα μπαρ σχεδόν εκατό χρόνων που, όπως έγραψαν, «δεν σταματάει να κερδίζει».

Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, τίποτα μέσα του δεν έχει αλλάξει. Το ίδιο ροζ μάρμαρο, οι ίδιοι πολυέλαιοι, οι ίδιες κόκκινες γραβάτες. «Αυτή είναι η ταυτότητά μας», λέει ο Maurizio. «Τίποτα δεν άλλαξε και τίποτα δεν θα αλλάξει. Γιατί αν τα κοκτέιλ είναι αστικά, επιπόλαια, φαινομενικά περιττά, δεν είναι ποτέ ασήμαντα. Χρειάζονται ένα σκηνικό, μια ιστορία, μια ατμόσφαιρα». Στο Bar Basso, σήμερα όπως και πριν εξήντα χρόνια, στριμώχνονται δίπλα δίπλα μοντέλα και αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι, μπάρμαν που έχουν έρθει σε προσκύνημα από την άλλη άκρη του πλανήτη, φοιτητές που «απλώνουν» τη βραδιά με ένα κοκτέιλ δέκα ευρώ, ζευγάρια που ερωτεύονται μπροστά στη μπάρα. «Προσπαθούμε να αγκαλιάσουμε όσο περισσότερο κόσμο γίνεται», καταλήγει ο Maurizio. «Αλλιώς, γίνεται λίγο βαρετό».

  Destinations     Negroni  

 
COPYRIGHT © 2011 - 2026 BITTERBOOZE
DESIGNED BY DpS ATHENS